ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΙΝΑ: ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ ΜΕ ΑΝΟΧΗ Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ;*

Εισαγωγή

 Η "παγίδα ασφαλείας" ή το σύνδρομο  Θουκυδίδη, όπως αυτό αναλύεται στο γνωστό έργο του, για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα, μετά από δυόμιση    χιλιάδες     χρόνια.  Η επικαιροποίησή του, αυτή εξηγείται από τις ολοένα και πιο τεταμένες  σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ και της Κίνας, και συνεπώς της ανάγκης  να απαντηθεί το αγωνιώδες ερώτημα, του αν δηλαδή  η  συνύπαρξή τους θα εξακολουθήσει   με εκατέρωθεν ανοχή, ψυχρό και εμπορικό πόλεμο και δημιουργία γκρίζων ζωνών, όπως  μέχρι πρόσφατα, ή αν αντιθέτως θα επαληθεύσουν οι σχετικές για την περίπτωσή τους και απειλητικές  προβλέψεις του Θουκυδίδη, οπότε  η υφήλιος θα οδηγηθεί στον όλεθρο ενός Γ' Παγκόσμιου Πολέμου.

Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με το Θουκυδίδη[1], η αιτία  που προκαλεί σύγκρουση, μεταξύ δύο πόλεων (στην Αρχαία Ελλάδα)  είναι ο  φόβος απώλειας της παγκόσμιας κυριαρχίας,  όπως αυτός  πρωτοεμφανίστηκε  στην αρχαία Αθήνα, όταν η Σπάρτη επιχείρησε  να μοιραστεί μαζί της την απόλυτη τότε  αυτοκρατορία  της. "Η άρνηση   των Αθηναίων να χρησιμοποιήσουν τη λογική στις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους, και η επιμονή τους να επεκτείνουν συνεχώς την ηγεμονία τους βασιζόμενοι στη στρατιωτική και οικονομική δύναμή τους, ήταν κάτι που  οι Πελοποννήσιοι (το αντίπαλο δέος) φυσικά δεν μπορούσαν να ανεχτούν"[2].  Ο φόβος αυτός προκάλεσε  τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Ο ίδιος αυτός φόβος κινδυνεύει να  αναβιώσει  στη σύγχρονη εποχή, με τη μορφή απειλής  παραγκωνισμού  της αμερικανικής αυτοκρατορίας,  από την ταχύτατα ανερχόμενη οικονομία της Κίνας, και η άρνηση των ΗΠΑ να αποδεχτούν την ανερχόμενη διεθνή επιρροή της Κίνας. Εύλογες, ήταν συνεπώς  οι ανησυχίες που προκλήθηκαν, πρόσφατα, από την διαρροή της είδησης,  της πρόσκλησης, στο Λευκό Οίκο,   του καθηγητή της Διεθνούς Πολιτικής, στο Harvard, Graham Allison, προκειμένου να κατατοπίσει το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, για το αν και  για το πως Αμερική και Κίνα θα ήταν εφικτό να ξεφύγουν από την "παγίδα" του Θουκυδίδη[3].

Η κινέζικη πορεία, προς  την κορυφή του κόσμου,  ακολούθησε πρωτοφανή, για την παγκόσμια ιστορία, τροχιά, αφού μέσα σε λιγότερο από  τέσσερις  δεκαετίες η Κίνα, από φτωχή και περιθωριοποιημένη οικονομία  άγγιξε την κορυφή της παγκόσμιας πυραμίδας.  Το θαύμα αυτό πραγματοποιήθηκε χάρη στην  αύξηση του κινέζικου ΑΕΠ, κατά 34 φορές,  στην περίοδο 1971-2013. Η μεγάλη ευκαιρία της Κίνας υπήρξε, αναμφισβήτητα, η επικράτηση της παγκοσμιοποίησης, στη δεκαετία του '70.   Ειδικότερα, και με βάση ιστορικά δεδομένα του Angus Madison[4], το 1950 η Κίνα ήταν η φτωχότερη οικονομία του κόσμου, το ατομικό εισόδημα των Κινέζων ήταν δύο φορές κατώτερο του αντίστοιχου  της Αφρικής και 20 φορές χαμηλότερο του αντίστοιχου της Αμερικής. Το 2010 το κατά κεφαλή ΑΕΠ της Κίνας ήταν μόνο τέσσερις φορές χαμηλότερο του αντίστοιχου της Αμερικής. Το 2016 μόνο τρεις φορές χαμηλότερο της Αμερικής. Από το 1978 ως σήμερα η Κίνα έβγαλε από τη φτώχεια 700 εκατομμύρια Κινέζους, που θεμελίωσαν τη μεσαία τάξη της.  Ειδικότερα, προβλέπεται[5] ότι ως  το 2025, τα δύο τρίτα του πληθυσμού της Κίνας θα ανήκουν στη μεσαία αστική τάξη, με βάση την εκτίμηση ότι τα εισοδήματα των νοικοκυριών θα αυξάνονται με περίπου 6% το χρόνο ως το 2025, ενώ το 2015 ήταν μόνο το 40%, αντίστοιχα.

Η Κίνα είναι ήδη η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, σε ότι αφορά τη βιομηχανία, τις εξαγωγές και εισαγωγές αγαθών, καθώς και τον όγκο ξένου συναλλάγματος, που έχει στην κατοχή της. Απαριθμώντας τους στόχους της για το μέλλον, η Κίνα,  με βάση ένα σοβαρό, και καλά μελετημένο σε όλες του τις λεπτομέρειες,  σχέδιο  δήλωσε πρόσφατα[6] ότι το 2035   "θα είναι πρώτη στον κόσμο στις νέες τεχνολογίες", και  ακόμη ότι το 2050 θα είναι "η πρώτη δύναμη εξασφαλίζοντας ευημερία σε όλους".

Η απειλή της πρόκλησης ενός Γ' Παγκόσμιου Πολέμου, ανάμεσα στην Αμερική και την Κίνα φαινόταν αμελητέα μέχρι το συνέδριο του ΚΚ Κίνας, που σήμανε  την είσοδο του Xi Jinping στη δεύτερη θητεία του. Πράγματι,  ως αυτό το συνέδριο, η Κίνα αντιμετώπιζε τη Δύση με ανοχή και ταπεινότητα.  Η συνέχεια, ωστόσο, αποκάλυψε ότι η ανεκτική αυτή συμπεριφορά της Κίνας προς τη Δύση ήταν φαινομενική και, ίσως και υποκριτική, και προφανώς επιλέχτηκε, για να την καθησυχάσει ότι δεν διεκδικεί τίποτε από αυτήν.  Πράγματι, μετά το συνέδριο, η  εικόνα μεταβλήθηκε απότομα, με την  Κίνα  να εμφανίζεται απροκάλυπτα  προκλητική απέναντι στη Δύση, υπογραμμίζοντας την ανωτερότητά της, και μην αφήνοντας αμφιβολίες  για την πρόθεσή της να διαδεχθεί τις ΗΠΑ στην παγκόσμια  σκηνή. Στο  σύνδρομο αυτό της κινέζικης  υπεροψίας  συμπεριλαμβάνεται  σαφώς, και η προβολή του πανάρχαιου πολιτισμού της, όπως προκύπτει μέσα από σχετικές  δηλώσεις  Κινέζων αξιωματούχων, με βάση τις οποίες  "δεν υπάρχει πολιτισμός, που να μπορεί να συγκριθεί με αυτόν της Κίνας". Ταυτόχρονα, από την ηγεσία του ΚΚ Κίνας υποβαθμίζεται το σύστημα του δυτικού δημοκρατικού φιλελευθερισμού με το επιχείρημα ότι  "παρότι εξασφαλίζει ελευθερία, έχει καταστήσει τη Δύση αδύναμη".  

Θα πρέπει, στο σημείο αυτό,  να ληφθούν υπόψη δύο νέες, και όπως φαίνεται δυναμικές εξελίξεις της παγκόσμιας οικονομίας και πολιτικής,  που  επηρεάζουν το πρόβλημα της διαδοχής, στη διεθνή σκηνή, προσδίδοντας του νέες διαστάσεις. Πρόκειται για την επικράτηση, στην υφήλιο,  των λεγόμενων "λαϊκίστικων κυβερνήσεων", που έπαυσαν να αποτελούν την εξαίρεση  και τείνουν να γίνουν ο κανόνας[7], καθώς και για την υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης, που συνοδεύεται από άνοδο του  εθνικισμού και από την εντατικοποίηση του εμπορικού πολέμου (ή/και την επικράτηση του προστατευτισμού).

Ένα ενδιαφέρον, αλλά προς το παρόν αναπάντητο ερώτημα είναι το αν η άνοδος αυτή του εθνικισμού και του λαϊκισμού ενισχύει ή περιορίζει την ένταση ανάμεσα στην Κίνα και στις ΗΠΑ; Αυξάνει ή μειώνει τις πιθανότητες πολεμικής σύρραξης;

Θα υποστήριζα ότι είναι εξίσου πιθανές και οι δύο εξελίξεις. Καταρχήν, η άνοδος του εθνικισμού,  στις ΗΠΑ ενδέχεται να περιορίζει την πιθανότητα πολέμου με την Κίνα διότι, όπως διαφαίνεται από τη μέχρι τώρα πορεία, ο νέος πλανητάρχης δεν ενδιαφέρεται, τουλάχιστον στο βαθμό των  προκατόχων του, για την υφήλιο αλλά κύρια και πρωταρχικά για την Αμερική, που τη θέλει "Πρώτη".  Εδώ, ωστόσο, χρειάζεται να προσδιοριστεί το περιεχόμενο της δήλωσης: "Η Αμερική Πρώτη".

Αλλά και ο πρόεδρος της Κίνας θέλει να "κάνει και πάλι μεγάλη τη χώρα του". Ο κοινός, όμως,  αυτός στόχος υλοποιείται πολύ διαφορετικά από τους δύο προέδρους. Για τον Xi Jinping, η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί δουλειά και προσπάθεια από όλους, ενώ για την Αμερική του Trump, αυτός επιδιώκεται με τη μείωση των φόρων των πλουσίων. Η συχνή επίκληση του  Αμερικανού προέδρου, ότι "Πρώτη η Αμερική", προβάλλει  στόχο που η υλοποίησή του αδιαφορεί για τα δικαιώματα  άλλων χωρών εκτός της Αμερικής και εξαφανίζει την ανθρώπινη αλληλεγγύη, δίνοντας στον Κινέζο πρόεδρο το δικαίωμα να υποστηρίζει ότι "το περιεχόμενο της δυτικής Δημοκρατίας είναι ξεπερασμένο και αμφιλεγόμενο", ενώ αντιθέτως το κινέζικο σύστημα εξασφαλίζει "κοινωνική ενότητα"[8].

Αναφορικά με τις λαϊκίστικες κυβερνήσεις, στις οποίες ανήκει και η κυβέρνηση της Αμερικής, αλλά και αυτή της Κίνας, με την αναγνώριση ωστόσο πολυάριθμων ιδιορρυθμιών και διαφορών εκατέρωθεν[9], είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς αν θα αποτελέσουν παράγοντα αποτροπής ή ενθάρρυνσης της σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Το γεγονός ότι οι λαϊκίστικες κυβερνήσεις έχουν, γενικά,  ως επικεφαλής ισχυρούς άνδρες, ενδέχεται να αποδειχθεί  παράγοντας διευκόλυνσης  της αναμεταξύ τους συνεννόησης, οπότε και θα αποτελέσει αποτρεπτικό παράγοντα σύγκρουσης, χωρίς ωστόσο, να αποκλείεται και η αντίστροφη εξέλιξη. Η σημαντική δυσκολία, που από τα πράγματα επικρατεί, σχετικά με τη δυνατότητα  προβλέψεων στις σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας επιτείνεται από τον υψηλό δείκτη του απρόβλεπτου και του αντι-συμβατικού στη συμπεριφορά του προέδρου Donald Trump. 

Στο άρθρο  αυτό θα επιχειρηθεί η διερεύνηση των πιθανοτήτων πολεμικής σύρραξης, όπως αυτές αναλύονται στο σχετικό έργο του Θουκυδίδη,  και  υιοθετούνται πλήρως από τον Graham Allison. Έχοντας κατά νου ότι δεν είναι δυνατή η κατάληξη της παρούσας έρευνας στην εξαγωγή απόλυτων συμπερασμάτων, θα διακρίνω την  ανάλυση  που, στο Μέρος Ι, θα αναφέρεται σε  παράγοντες, καταρχήν, αποτρεπτικούς  της  πιθανότητας σύρραξης, ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, ενώ αντιθέτως στο Μέρος ΙΙ θα αναζητήσω εκείνα τα στοιχεία και τα δεδομένα, που ενδέχεται να προκαλέσουν τον Γ' Παγκόσμιο Πόλεμο.  Παρά τις εμφανείς δυσκολίες του θέματος, εξαιτίας  των  πολλών και σοβαρών αβεβαιοτήτων,  που το περιβάλλουν, ο προβληματισμός γύρω από αυτό θα έλεγα ότι επιβάλλεται, λόγω των τρομακτικών κινδύνων που περικλείει, έτσι ώστε κάθε προσπάθεια διερεύνησης ή πρόληψής τους αξίζει να ενθαρρυνθεί.

 

Μέρος Ι. Παράγοντες, που (καταρχήν)   περιορίζουν την πιθανότητα σύγκρουσης

 

Η εμφάνιση ορισμένων, σχετικά πρόσφατων τάσεων, στην υφήλιο, φαίνεται να λειτουργούν αποτρεπτικά, ως προς την πιθανότητα  πρόκλησης πολεμικής σύρραξης, ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ και την Κίνα.  Την επίδραση αυτών των εξελίξεων μπορούμε να διακρίνουμε στη βραχυχρόνια και στη μακροχρόνια περίοδο.

 Α. Βραχυχρόνια και μεσοπρόθεσμη  περίοδος

Στο πεδίο αυτό, αποφασιστικός παράγοντας για ειρήνη ή πόλεμο εκλαμβάνεται, με βάση το Θουκυδίδη,  η ένταση της  επιθυμίας  για παγκόσμια κυριαρχία  των ΗΠΑ, σε σύγκριση με την αντίστοιχη  της Κίνας. Παρότι, οι ΗΠΑ δίνουν την εντύπωση ότι   θεωρούν  δεδομένη τη διατήρηση της παγκόσμιας κυριαρχίας τους, ωστόσο  η πραγματικότητα είναι διαφορετική, καθώς πολυάριθμες εξελίξεις συνηγορούν στον περιορισμό της.

Αρχίζω με τη διαπίστωση της υποχώρησης της παρουσίας  των ΗΠΑ, στη διεθνή σκηνή, που εγκαινιάστηκε  με τον Barack Obama, αλλά που απέκτησε θεωρητικό υπόβαθρο με τον Donald Trump. Αναφέρομαι, συγκεκριμένα στη συχνά επαναλαμβανόμενη δήλωσή του "Πρώτη η Αμερική", που το περιεχόμενό της χρειάζεται, βέβαια,  διευκρίνιση. Η δήλωση αυτή  συμπληρώνεται με μία παραίνεση του Αμερικανού πλανητάρχη[10], που είναι η  ακόλουθη: "να ασχολείται κανείς με τα του οίκου του".  Αν οι δύο αυτές, παραπάνω, δηλώσεις του Donald Trump συνδυαστούν και με κάποιες άλλες τοποθετήσεις του, όπως η έμπρακτη εναντίωσή του στην παγκοσμιοποίηση και στη λειτουργία των διεθνών οργανισμών, καθώς και η άρνηση  προσχώρησης ή παραμονής των ΗΠΑ σε διεθνείς συμβάσεις,  ενισχύεται η υπόθεση ότι η υλοποίηση τού "Πρώτη η Αμερική" θα επιχειρηθεί κυρίως εντός των εθνικών  συνόρων, και όχι σε ολόκληρη την υφήλιο. Αν η ερμηνεία αυτή του "Πρώτη η Αμερική" αποδειχθεί τελικά ορθή, θα σημαίνει την απομάκρυνση του κινδύνου πολεμικής σύρραξης, από αίτια ανάλογα με αυτά που προκάλεσαν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Το επιχείρημα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε, σε πολλές περιπτώσεις διεθνών συνεργασιών, ότι πιστεύει ότι η Αμερική έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από την παγκοσμιοποίηση.

Η βαρύτητα  των αμέσως  παραπάνω υποθέσεων ενισχύεται και από νομοτελειακές εξελίξεις,  που αναγκάζουν τελικά την Αμερική να περιορίσει την παρουσία της στην υφήλιο. Πρόκειται για το γεγονός ότι η υποχώρηση αυτή αποτελεί, πιθανότατα, την αναπότρεπτη  συνέπεια  της διαχρονικής μείωσης του  μεριδίου των ΗΠΑ στο παγκόσμιο ΑΕΠ. Συγκεκριμένα, αυτό ήταν γύρω στο 50% στο τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, το 1985 μειώθηκε στο 22.5%, σήμερα δεν είναι παρά 15.1% ενώ για το 2023 προβλέπεται να συρρικνωθεί  ακόμη περισσότερο, γύρω  στο 13.7% αντίστοιχα. Η διαχρονική αυτή μείωση δυσχεραίνει τη συνέχιση της διατήρησης ισχυρής στρατιωτικής μηχανής, που να επεμβαίνει, όπως στο παρελθόν, σε ολόκληρη την υφήλιο, και επειδή συνεπάγεται την ανάγκη περιορισμού της εσωτερικής κατανάλωσης, αλλά και επειδή  επιβάλλει υψηλότερους φόρους. Από το 2001 η Αμερική δαπανά για στρατιωτικούς σκοπούς $561 δισεκατομμύρια το χρόνο, και αν αποφασίσει να συνεχίσει τις στρατιωτικές της παρεμβάσεις στην υφήλιο, εκτιμάται ότι θα πρέπει να δαπανήσει από το 2019 ως το 2023 $756.9 δισεκατομμύρια το χρόνο, δηλαδή επιπλέον, κατά μέσο όρο, για τα επόμενα πέντε χρόνια, περίπου $196 δισεκατομμύρια[11]. Η Αμερική, εξάλλου, αποθαρρύνεται να συνεχίσει τις στρατιωτικές της επεμβάσεις, με τον ίδιο ρυθμό όπως στο παρελθόν, και εξαιτίας των συχνών και σημαντικών αποτυχιών τους,  με  αποτέλεσμα να μην επικρατεί, πάντοτε, στις διεθνείς συρράξεις. Είναι ο λόγος για τον οποίον ο Donald Trump ενθαρρύνει την ανάληψη  δραστηριοτήτων, και κυρίως τη συμμετοχή σε δαπάνες,  από τις ίδιες  τις χώρες, που εμπλέκονται στις πολεμικές συρράξεις, προτρέποντας  τες  να μην αναμένουν τη  λύση, μόνο από την Αμερική, που σύμφωνα με δηλώσεις του Αμερικανού πρόεδρου,  προτίθεται εφεξής να   χρησιμοποιήσει στρατιωτικές επεμβάσεις μόνο ως τιμωρητικό όπλο.

Και με βάση αυτή την πρωτοβουλία του Donald Trump ενισχύεται η άποψη, ότι η παγκόσμια κυριαρχία δείχνει να διαδραματίζεται κυρίως εντός των ΗΠΑ και λιγότερο εντός της παγκοσμιοποίησης, πολλά από τα χαρακτηριστικά της οποίας έχει ήδη και επισήμως απεμπολήσει ο Αμερικανός πρόεδρος.

 Αλλά, και από την πλευρά της Κίνας, τουλάχιστον στο διάστημα των προσεχών δέκα ετών, δεν φαίνεται να υπάρχει επιθυμία εξασφάλισης της παγκόσμιας κυριαρχίας με τη βοήθεια πολεμικής σύρραξης. Η Κίνα, που τώρα αναπτύσσει ισχυρή μεσαία τάξη, προσελκύεται  πολύ περισσότερο από την προσπάθεια βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου  των πολιτών  της και τη διάδοση, χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση των νέων τεχνολογιών, και πολύ λιγότερο  από την ιδέα έναρξης πολέμου με τις ΗΠΑ. Στην απροθυμία της αυτή συμβάλλει αποφασιστικά και η  δημογραφική πολιτική, που ακολουθήθηκε αυστηρά στις προηγούμενες δεκαετίες. Η απαγόρευση  απόκτησης, στο εγγύς παρελθόν, δεύτερου παιδιού αποτελεί, για τους Κινέζους γονείς,  ισχυρό αποτρεπτικό παράγοντα πολέμου[12].  Πρόσθετος αποτρεπτικός παράγοντας πολεμικής σύρραξης, ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα, είναι και το γεγονός ότι η Κίνα υστερεί σε στρατιωτική ετοιμότητα, σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, παρότι προετοιμάζεται  έντατικά και συστηματικά, για να είναι ετοιμοπόλεμη στα τέλη του 21ου αιώνα. Να προσθέσω, ακόμη, και το γεγονός ότι η Αμερική εμφανίζεται αρκετά ανεκτική  απέναντι στην Κίνα, αν εξαιρέσει κανείς τον εμπορικό πόλεμο, που δεν στρέφεται μόνο εναντίον της, αλλά και εναντίον της ΕΕ.  

Να αναφέρω ακόμη, ως παράγοντα αποτρεπτικό πολεμικής σύρραξης, την  απίσχναση  της παγκοσμιοποίησης, σε συνδυασμό με την αναπότρεπτη άνοδο του εθνικισμού. Το νέο διεθνές περιβάλλον ενσωματώνει, έτσι,  κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά,  που μεταβάλλουν ριζικά τις προδιαγραφές της παραδοσιακής παγκόσμιας κυριαρχίας, τις οποίες, ωστόσο, ο  Θουκυδίδης  εκλαμβάνει ως στατικές.  Το σύνθημα "Πρώτη η Αμερική", του Donald Trump, σε συνδυασμό με την απίσχναση της παγκοσμιοποίησης, και τους  ευρείς ορίζοντες, που διανοίγονται από την επικράτηση του νέου δρόμου του μεταξιού, είναι  πολύ πιθανόν ότι παραπέμπουν σε  σκηνικό διαφορετικό από αυτό της  παραδοσιακής παγκόσμιας κυριαρχίας. Είναι γι' αυτό δυνατόν να φανταστεί κανείς περισσότερες θέσεις της μιας, που όλες ικανοποιούν, κατά κάποιο τρόπο, τις απαιτήσεις της παγκόσμιας κυριαρχίας. Η Αμερική, που θα ενισχύσει την οικονομία της, στο εσωτερικό, περιορίζοντας τις επαφές της  με άλλες οικονομίες, θα αισθάνεται ενδεχομένως ισχυρή και στην κορυφή του κόσμου, χωρίς και να χρειάζεται  να ρυθμίζει την οικονομία της υφηλίου. Από την πλευρά της η Κίνα, που θα βρεθεί στο κέντρο ενός νέου, με διαφορετικό περιεχόμενο  του αρχικού,  σχεδίου Marshall, το οποίο  θα υλοποιείται και θα διαχειρίζεται από την ίδια, θα ασκεί ρυθμιστικό ρόλο, στην παγκόσμια οικονομία, αλλά με ορισμένους περιορισμούς. Αναφέρομαι στο "νέο δρόμο του μεταξιού", που εκτός απροόπτου, θα είναι η νέα, κινέζικη παγκοσμιοποίηση.

Η επιλογή συρρίκνωσης της αμερικανικής παρουσίας, που συνεπάγεται προφανώς και περιορισμό της κυριαρχίας στην υφήλιο, παρότι νομοτελειακή, προκάλεσε ωστόσο  έντονη αντίδραση, με το επιχείρημα ότι μια τέτοια στροφή της εξωτερικής πολιτικής θα αποδειχθεί τελικά πιο δαπανηρή από την ακολουθούμενη μέχρι σήμερα, και θα κάνει τον κόσμο "πολύ πιο επικίνδυνο και ασταθή"[13]. Και όχι μόνο, αλλά οι ΗΠΑ κατηγορούνται ότι δεν επενέβησαν εγκαίρως στη Συρία, για να αποτρέψουν τις φρικαλεότητες και τη βία του επταετούς ήδη πολέμου, εκεί, και ακόμη ότι απέχουν από τα όσα απαράδεκτα συμβαίνουν στο Μυανμάρ, παρότι 680.000 άνθρωποι εκεί, είτε θανατώθηκαν, είτε αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να σωθούν[14]. Έχουν, ασφαλώς, προηγηθεί δεκαετίες, στο διάστημα των οποίων θεωρείτο δεδομένο το δικαίωμα αλλά και η υποχρέωση των ΗΠΑ να παρεμβαίνουν ανά την υφήλιο, για να αποτρέπουν τις συρράξεις και καταστροφές. Αυτό το συγκεκριμένο αμερικανικό παρελθόν δικαιολογεί τις ανησυχίες και τις κριτικές, τώρα που φαίνεται να διακόπτεται αυτή η παράδοση. Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ κατηγορήθηκαν στο παρελθόν, για το ότι οι στρατιωτικές αυτές παρεμβάσεις τους, στην υφήλιο, παρότι συχνά δεν  είχαν ευτυχές τέλος,  εξυπηρετούσαν δικά τους συμφέροντα, και δεν επρόκειτο συνεπώς για  πραγματική  βοήθεια[15]. Με την επάνοδο, στο διεθνές προσκήνιο, του κράτους-έθνους, και με την υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης, χρειάζεται ασφαλώς λιγότερο από πριν η ύπαρξη " διεθνούς χωροφύλακα", ενώ κάθε χώρα θα πρέπει να είναι η ίδια υπεύθυνη για την ασφάλειά της. Το σχήμα αυτό ενδέχεται να φέρει περισσότερη ειρήνη και λιγότερη βία στον κόσμο. Το μέλλον θα δείξει.

Συμπερασματικά, ως προς την πιθανότητα πολεμικής σύρραξης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις,  στη βραχυχρόνια τουλάχιστον περίοδο, φαίνεται ότι προς το παρόν δεν υπάρχει, και από τις δύο πλευρές, επιθυμία εμπλοκής σε  παραδοσιακής μορφής πολεμική ρήξη, σε αντίθεση με ότι πιστεύει σχετικά ο Graham Allison, υιοθετώντας τις σχετικές απόψεις του Θουκυδίδη .

 Β. Μακροχρόνια περίοδος

Παρότι οι περισσότερες εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία, εφόσον οι συνέπειές τους αναφέρονται στο άγνωστο μέλλον, μπορούν να ερμηνευτούν, ταυτόχρονα, και ως αποτρεπτικές αλλά και ως ενθαρρυντικές πολεμικής σύρραξης, στο παρόν εδάφιο, προβάλλω εκείνες τις πλευρές τους, που κατά την κρίση μου έχουν περισσότερες πιθανότητες, στη μακροχρόνια περίοδο, να αποτρέψουν παρά να προκαλέσουν σύρραξη ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις.

Πρόκειται, καταρχήν, για την οργή του Αμερικανού προέδρου, εναντίον της Κίνας, επειδή πιστεύει  ότι ευθύνεται για το τεραστίων διαστάσεων εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ, που εκτιμάται[16]  σε  $375 περίπου δισεκατομμύρια[17] και  που αποτελεί τον εφιάλτη του. Ο Donald Trump κατηγορεί, ακόμη, την Κίνα για την απώλεια θέσεων εργασίας στην αμερικανική  βιομηχανία, και για  την μη τήρηση, σε ορισμένες περιπτώσεις, των όρων του διεθνούς εμπορίου[18]. Υπάρχει, πράγματι, μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αξία εισαγωγών της Κίνας από τις ΗΠΑ, που για το 2017 ήταν μόνο $130,4 δισεκατομμύρια, και των ΗΠΑ από την Κίνα, που για την ίδια αυτή χρονιά ανήλθε σε $505,6 δισεκατομμύρια. Στις συναλλαγές με την Κίνα  αποδίδονται τα δύο τρίτα του αμερικανικού εμπορικού ελλείμματος. Ειδικότερα, η μείωση της αμερικανικής βιομηχανικής παραγωγής, κατά 40% για την περίοδο 2000-2007, καθώς και η απώλεια θέσεων εργασίας στη βιομηχανία: στο  Ohio, στο Michigan, στην Pennsylvania  και στο Wisconsin της τάξης του ενός εκατομμυρίου, οφείλονται στην αύξηση των εισαγωγών από την Κίνα, μετά την είσοδό της στον ΠΟΕ. Και αν ληφθεί ως βάση μακρύτερη περίοδος, δηλαδή από το 1999 ως το 2011, οι απώλειες θέσεων εργασίας στην αμερικανική βιομηχανία ανέρχονται σε 2.4 εκατομμύρια[19]. Με την είσοδο  στον ΠΟΕ η Κίνα υποχρεώθηκε να διανοίξει τις αγορές της στα αμερικανικά προϊόντα. Αλλά, η υποχρέωση αυτή κατέληξε σε πραγματικό φιάσκο, εναντίον των ΗΠΑ εφόσον, μεταξύ άλλων,  ο δασμός για τα αμερικανικά αυτοκίνητα ορίστηκε στην Κίνα σε 25%, έναντι μόνον  2,5% αντίστοιχα για τα κινέζικα αυτοκίνητα, που εισάγονταν στην Αμερική. Η Κίνα, για να κατευνάσει τις ΗΠΑ προσφέρθηκε   να αγοράσει μεγάλες ποσότητες αμερικανικών προϊόντων. Αλλά, η μειωμένη  ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών προϊόντων, καθώς και οι διάφοροι περιορισμοί εξαγωγών αγαθών που χαρακτηρίζονται ως ευαίσθητα από την αμερικανική Κυβέρνηση, ελαχιστοποίησε  αυτή την πρόθεση  της Κίνας[20].

Κατά τον  Αμερικανό πρόεδρο, οι ΗΠΑ υπήρξαν θύμα πολύπλευρης εκμετάλλευσης, και η απάντησή του είναι η έναρξη και ήδη η εντατικοποίηση εμπορικού πολέμου.  Ο πόλεμος αυτός, που θα είναι αναπόφευκτα  γενικότερος,  αρχικά απορρέει από την εμποροκρατική θεώρηση   του Donald  Trump, με βάση την οποία "οι διεθνείς συναλλαγές ωφελούν μόνο όταν  καταλήγουν σε πλεονασματικό  εμπορικό ισοζύγιο".  Αυτό, που ιδιαίτερα οφείλει να τονιστεί, και το οποίο απομακρύνει την πιθανότητα πολεμικής ρήξης, ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα,  είναι η πολύ ανεκτική στάση αυτής της τελευταίας, απέναντι στην Αμερική, που υπόσχεται να εφαρμόσει πολιτικές περιορισμού του αμερικανικού εμπορικού ελλείμματος, παρότι το πραγματικό πρόβλημα είναι η χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών, σε σχέση με τα κινέζικα προϊόντα.

Με την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ, ο πρόεδρος  Donald Trump ανήγγειλε την πρόθεσή του να επιβάλλει αυστηρά μέτρα εναντίον της Κίνας, στις συναλλαγές με την οποία απέδωσε τη διεύρυνση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου. Η πρόθεση αυτή ήδη υλοποιείται με την υιοθέτηση προστατευτικών μέτρων και συγκεκριμένα επιβολής δασμών εναντίον της Κίνας, αξίας, όπως εξαγγέλθηκαν $60 δισεκατομμυρίων, στα οποία στην πορεία  προστέθηκαν  και άλλα $100 δισεκατομμύρια. Τα μέτρα αυτά, εξυπακούεται ότι δεν θα παραμείνουν αποκλειστικά και μόνο στις συναλλαγές μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, αλλά  γενικεύονται σε ολόκληρο τον κόσμο. Ήδη η Κίνα αντεπιτίθεται, εξαγγέλλοντας με τη σειρά της την επιβολή δασμών σε προϊόντα τομέων, που θίγουν ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, όπως  στη γεωργία και στη βιομηχανία της, αλλά που θα βλάψουν και την ίδια την Κίνα, εφόσον οι τιμές πολλών τροφίμων  θα αυξηθούν στο εσωτερικό της.

Στις συνεχείς εξαγγελίες του Donald Trump, που παραπέμπουν στον  εμπορικό πόλεμο κυρίως, εναντίον της Κίνας, αλλά όχι μόνο,  η Κίνα εμφανίζεται ψύχραιμη και αισιόδοξη, με την πεποίθηση ότι αυτά τα μέτρα δεν είναι ικανά να τη βλάψουν. Και, πράγματι, οι δασμοί που θα βαρύνουν τις εξαγωγές της Κίνας προς την Αμερική υπολογίζονται στο 0,4% του ΑΕΠ της. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν ένα θανάσιμο κίνδυνο, που προέρχεται από την πίεση που θα μπορούσε να ασκήσει  η Κίνα, για το χρέος της Αμερικής προς αυτήν, και που εκτιμάται  σε  $1.2 τρισεκατομμύρια. Πίεση, που ασφαλώς περιέχει κινδύνους και για την Κίνα, αλλά που δεν αποκλείεται να αποφασιστεί από αυτήν, ιδιαίτερα αν τα μέτρα εμπορικού πολέμου των ΗΠΑ εναντίον της θεωρηθούν υπερβολικά και δυσβάστακτα γι' αυτήν.

Ο εμπορικός πόλεμος, που συνεχώς εντείνεται, θα μπορούσε να εξελιχθεί ως εκτόνωση της έντασης, και από τις δύο πλευρές, και τελικά να αποτρέψει την πολεμική σύρραξη. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί το ίδιο, και σε σχέση με την ξαφνική συνειδητοποίηση της Αμερικής, ότι υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης από την Κίνα, την οποία κατηγορεί ότι της "έκλεψε τεχνολογίες", ότι "δεν τηρεί τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου",  ότι "παρέχει υπερβολική προστασία σε σημαντικές επιχειρήσεις της" και ότι "ορθώνει  εμπόδια στην εγκατάσταση επιχειρήσεων της Δύσης στο έδαφός της".

Προς την πλευρά της αποτροπής της πολεμικής σύρραξης μπορεί να υποστηριχθεί ότι με τις "γκρίζες ζώνες", μεθόδευση που υιοθετήθηκε ήδη από Κίνα και Ρωσία, επιδιώκεται η εξασφάλιση πλεονεκτημάτων ανάλογων με αυτά που υπόσχεται ένας νικηφόρος πόλεμος. Μερικές από τις μεθοδεύσεις που ανήκουν στις "γκρίζες ζώνες" είναι οι οικονομικοί εκβιασμοί, η προπαγάνδα, οι  ηλεκτρονικές επιθέσεις κ.ά. Πρόκειται για μεθόδευση  που θα μπορούσε να ονομαστεί "υβριδικός πόλεμος".         

Με το τέλος του Μέρους Ι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η απομάκρυνση του κινδύνου πολεμικής σύρραξης, μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ, στα πλαίσια βραχυχρόνιας και πιο μακράς  περιόδου δείχνει να διαψεύδει την υπόθεση του Θουκυδίδη, καθώς και την επικαιροποίηση της από τον Graham Allison. Η απομάκρυνση αυτή αποδίδεται κύρια και πρωταρχικά  στην υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης, την οποία διαδέχεται ο προστατευτισμός και η επάνοδος του κράτους-έθνους.  Να σημειωθεί, σχετικά, ότι το  τέλος της παγκοσμιοποίησης, όπως αυτή λειτούργησε για πενήντα περίπου χρόνια, δεν είναι αποκλειστικά, ούτε κυρίως  αποτέλεσμα της οργής του Αμερικανού προέδρου, αλλά νομοτελειακή εξέλιξη της εναλλαγής παγκοσμιοποίησης και προστατευτισμού, που ο χρονικός της κύκλος, περίπου 80 ετών,  περιλαμβάνει  δύο υποκύκλους των 40 ετών[21]

Μέσα σε αυτό το νέο διεθνές περιβάλλον, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο εμπορικός πόλεμος  έχει συνέπειες αποφόρτισης της έντασης, μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, και έτσι θα απομακρύνεται η πολεμική σύρραξη. Στο μεταξύ, θα έχει επικρατήσει η Κίνα, από όσο μπορεί κανείς να προβλέψει, μέσω του νέου δρόμου του μεταξιού, και δεν θα είναι πια εφικτή η μεταβολής της νέας κατάστασης, ούτε με προσφυγή σε πόλεμο.

 

Μέρος ΙΙ. Παράγοντες που  ( πιθανόν) ενθαρρύνουν τη σύγκρουση

Η πολεμική σύρραξη, ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα, θα έπρεπε σαφώς,   να αποκλειστεί  με βάση τη λογική, και από τις δύο πλευρές. Δυστυχώς, όμως, δεν είναι η περίπτωση , που σημαίνει ότι, σε πείσμα της ανοχής, που τώρα φαίνεται να  επικρατεί, εντοπίζονται ωστόσο πολυδιάστατα δεδομένα, που προς το παρόν δεν είναι σε κατάσταση έξαρσης, αλλά που δημιουργούν εύλογους φόβους, επειδή ενισχύουν τη θέση του Θουκυδίδη, σχετικά με το αναπόφευκτο του πολέμου. Μερικά από αυτά επιλέγονται στη συνέχεια:

Α. Στο οικονομικό πεδίο

Παρότι η έναρξη  του εμπορικού πολέμου, που άρχισε, όπως αναφέρθηκε στο Μέρος Ι, χωρίς την πρόκληση,  ιδιαίτερης  έντασης,   δικαιολογεί ωστόσο σοβαρές ανησυχίες,  από τη στιγμή που οι ΗΠΑ, επίσημα, δήλωσαν ότι   εκλαμβάνουν την Κίνα ως οικονομικό τους  εχθρό[22]. Σύμφωνα με τη δήλωση αυτή, η Κίνα εκλαμβάνεται ως ανταγωνιστής, που θέτει σε κίνδυνο τη   νέα  στρατηγική για την ασφάλεια της Αμερικής, και γι' αυτό απαιτείται η λήψη μέτρων, ώστε να αντιμετωπιστεί η προπαγάνδα και  η διάδοση ψευδών ειδήσεων  από τα κινέζικα ΜΜΕ[23]. Η αργοπορημένη αυτή συνειδητοποίηση της  Αμερικής, σχετικά με τον κίνδυνο από  την Κίνα, επικεντρώνεται, κυρίως,  στον εξαιρετικά ευαίσθητο  χώρο των νέων τεχνολογιών,  από την εξέλιξη των οποίων θα εξαρτηθεί, σχεδόν ολοκληρωτικά, η εμβέλεια της κάθε οικονομίας στο διεθνή στίβο. Στο χώρο αυτό σωρεία  ενδείξεων, αν όχι και αποδείξεων, δίνει προτεραιότητα στην Κίνα. Γι' αυτό, και η οργή της Αμερικής, που  εκδηλώνεται με συνεχείς εξαγγελίες επιβολής δασμών σε εισαγόμενα κινέζικα προϊόντα[24], επεκτείνεται ταυτόχρονα και στην επιβολή μέτρων  άσχετων καταρχήν με τις εμπορικές συναλλαγές, αλλά πολύ δραστικότερων και πιο απειλητικών, για την οικονομία της Κίνας, αλλά και για την πιθανότητα πολεμικής σύρραξης. Πρόκειται, ειδικότερα,  για τη λήψη μέτρων, που αντιδρούν σε  έκθεση του 2017, η οποία   εκπονήθηκε από  ειδική επιτροπή του Κογκρέσου με αντικείμενο τις σχέσεις μεταξύ κρατών[25]. Η έκθεση αυτή  αποφαίνεται ότι οι κινέζικες επενδύσεις στην Αμερική    είχαν ως στρατηγικό αντικείμενο τις τεχνολογίες  πληροφοριών  και επικοινωνίας, τη γεωργία και τη βιοτεχνολογία. Η αμερικανική διοίκηση κατηγορεί, τώρα, ευθέως τους Κινέζους ότι της  κλέβουν την τεχνολογία της και ότι εκμεταλλεύονται τις μέχρι τώρα ελευθερίες διενέργειας επενδύσεων στην Αμερική, ενώ οι ίδιοι επιβάλλουν πολυάριθμους περιορισμούς, στο δικό τους έδαφος, σχετικά με την αποδοχή  αμερικανικών επενδύσεων. Η    κυβέρνηση  του Donald Trump ελέγχει, για πρώτη φορά, το είδος των κινέζικων επενδύσεων με σαφή  πρόθεση να αποθαρρύνει αυτές,  που συγκεντρώνονται  σε τομείς, στους οποίους η Κίνα επιχειρεί να καταστεί κυρίαρχη, όπως είναι ο χώρος της Τεχνητής Νοημοσύνης και των αυτοκινήτων χωρίς οδηγό. Με βάση τα πορίσματα σχετικής έρευνας, η πνευματική αυτή κλοπή της Κίνας έχει στοιχίσει στις ΗΠΑ $1τρισεκατομμύριο.  Προκειμένου να τεθεί τέρμα σε αυτή την κατάσταση εκμετάλλευσής της από την Κίνα, η Αμερική ανέσυρε από τη λήθη ένα νόμο του 1977, που  χρησιμοποιήθηκε  την επόμενη της καταστροφής της 11ης Σεπτεμβρίου  του 2001. Ο νόμος αυτός[26] παρέχει στον πρόεδρο ειδικές εξουσίες, για να αντιμετωπίζει "ασυνήθιστες και εξαιρετικές απειλές", και μπορεί τώρα  να επεκταθεί σε οποιασδήποτε μορφής επένδυση, έστω και αν αυτή δεν αποτελεί απειλή. Ο στόχος της Αμερικής είναι να εμποδιστούν οι κινέζικες επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας, που άμεσα ή έμμεσα υπεισέρχονται στο κινέζικο σχέδιο "κατασκευασμένο στην Κίνα 2025". Θα τεθούν φραγμοί σε αυτές τις κινέζικες επενδύσεις, από την Αμερική. Ο γνωστός οικονομολόγος και καθηγητής στο Harvard, Martin Feldstein,  ρίχνει το κέντρο του βάρους στην κλοπή νέων τεχνολογιών, από τους Κινέζους, υποστηρίζοντας ότι ναι μεν είναι αντίθετος καταρχήν με την επιβολή δασμών, αλλά όμως επιβάλλεται να βρεθεί τρόπος να σταματήσει αυτή η κλοπή.

Η νέα σειρά μέτρων, εναντίον της Κίνας, που ετοιμάζει πυρετωδώς  ο Donald Trump  με τις αρμόδιες υπηρεσίες του, αποτελεί σαφώς  εντατικοποίηση  του ψυχρού πολέμου[27]. Ήδη, το περιεχόμενο αυτού του πολέμου εμπλουτίζεται με μέτρα, εκτός των παραδοσιακών, τα οποία προβλέπεται να έχουν παράλληλες συνέπειες, και να προκαλέσουν απρόβλεπτης έκτασης αντίποινα. Ανάμεσα και σε άλλα, συζητούνται μέτρα που   θα αποκλείουν την ελεύθερη είσοδο Κινέζων στις ΗΠΑ, αν ανήκουν σε κατηγορίες που μπορεί να θεωρηθούν  ως κατάσκοποι και ύποπτοι κλοπής πνευματικών δικαιωμάτων, θα  απαγορεύουν τη συμμετοχή Κινέζων σε ερευνητικά προγράμματα, που κρίνονται  ευαίσθητου περιεχομένου, και θα δυσχεραίνουν την εγγραφή Κινέζων σπουδαστών, των οποίων  τώρα ο αριθμός  υπερβαίνει τις 300.000 το χρόνο, σε αμερικανικά Πανεπιστήμια.  Τα μέτρα αυτά, πολύ περισσότερο από την επιβολή δασμών, είναι δηλωτικά του στόχου, στον οποίον αποβλέπουν: δηλαδή να παραμείνει "Πρώτη η Αμερική", στον πιο αποφασιστικό, από κάθε πλευρά,  τομέα της οικονομίας του ΧΧΙου αιώνα, αυτόν των νέων τεχνολογιών, και να αποτρέψει την Κίνα να την επισκιάσει. Αυτός, συνεπώς, ο στόχος θα αποτελέσει το κέντρο του εμπορικού πολέμου μεταξύ της Αμερικής και της Κίνας και αυτός ο στόχος,  στο μέτρο που μπορεί να προβλεφθεί, θα δώσει τη χαριστική βολή στην παγκοσμιοποίηση, συμπαρασύροντας την υφήλιο σε πόλεμο απρόβλεπτης διάρκειας και πολύπλευρων συνεπειών. Ο πόλεμος αυτός, αρχικά, υπάγεται στην κατηγορία του εμπορικού. Ωστόσο, αν τελικά η λήψη αυτών των μέτρων δώσει την εντύπωση στην Κίνα, ότι το σύνολο των πολιτών της θεωρούνται ύποπτοι για κατασκοπεία και είναι ανεπιθύμητοι στις ΗΠΑ, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος της πρόκλησης πολεμικής σύρραξης, μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.

Θα πρέπει να ομολογηθεί ότι ο πλανητάρχης Donald Trump, παρότι αντι-συμβατικός, έχει ωστόσο δίκαιο, σε πολλές περιπτώσεις. Οπωσδήποτε, οι προθέσεις αυτές της αμερικανικής Κυβέρνησης, δικαιολογούνται και από:

*Στατιστικά δεδομένα  του  Τμήματος Άμυνας  των ΗΠΑ, που  αποκαλύπτουν ότι το 2014, τουλάχιστον το 1/4 των προσπαθειών ξένων χωρών, να αποσπάσουν ευαίσθητες πληροφορίες, επιχειρήθηκαν μέσω πανεπιστημιακών ινστιτούτων.

*Τη δήλωση της Michelle Van Cleave, πρώην μέλους εθνικής εκτελεστικής εξουσίας  των ΗΠΑ,  σε συνέδριο του 2014, σύμφωνα με την οποία "η ελευθερία και η ανεμπόδιστη πρόσβαση στις ΗΠΑ, κάνουν τη χώρα "παράδεισο κατασκόπων". 

 Β. Στο νομισματικό πεδίο

Το  σύνολο των απειλών, από την Κίνα εναντίον της Αμερικής, που επικεντρώνεται στον αναμεταξύ τους εμπορικό πόλεμο, και στις πολύπλευρες μορφές του, ωχριά μπροστά στον κίνδυνο που αντιμετωπίζει το αμερικανικό δολάριο από το κινέζικο   (rénmínbi), και που διαγράφεται, ήδη,  καθαρά στον ορίζοντα. Ο κίνδυνος αυτός απειλεί τη διεθνή επικράτηση του αμερικανικού νομίσματος και  προβλέπεται να εξαναγκάσει τη  Δύση, και μάλιστα από όσο φαίνεται σύντομα,  να παραδώσει τα κλειδιά αυτής της μακρόχρονης παγκόσμιας νομισματικής επικράτησής της, στην Κίνα. Στην Κίνα, που δεν είναι μόνη στη διεθνή σκηνή, αλλά που υποστηρίζεται σθεναρά από τη Ρωσία, και που πλαισιώνεται από τις χώρες των BRICS[28].  Οι χώρες αυτές, με επικεφαλής την Κίνα, προχωρούν με καλά μελετημένο βηματισμό στη δημιουργία ενός εναλλακτικού  νομισματικού συστήματος, με επίκεντρο το κινεζικό γουάν, το οποίο θα μπορεί να ανταλλάσσεται, στην αρχή τουλάχιστον,  με χρυσό[29], και που αποβλέπει να  υποκαταστήσει, σταδιακά,  το αμερικανικό δολάριο ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα[30]. Η παγκόσμια  οικονομική κυριαρχία μιας χώρας έχει  πρωτίστως ανάγκη από νόμισμα, που όχι απλώς να γίνεται δεκτό στις διεθνείς συναλλαγές, χωρίς πρόβλημα, αλλά επιπλέον  να  ζητείται και ως αποθεματικό. Το ρόλο αυτό τον είχαν σχεδόν αποκλειστικά οι ΗΠΑ από το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και μέχρι σήμερα με το δολάριο. Τα 2/3 περίπου των αποθεμάτων των κεντρικών τραπεζών είναι σε δολάρια. Περισσότερο από το μισό παγκόσμιο χρέος είναι σε δολάρια. Η κατάσταση, όμως, μεταβάλλεται επικίνδυνα σε βάρος της αμερικανικής νομισματικής αυτοκρατορίας του δολαρίου. Οι ΗΠΑ δεν φαίνεται να  έχουν αντιληφθεί  το πόσο πολύ και πόσο σύντομα κινδυνεύει το δολάριο να χάσει την ιδιότητα του ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα, και δεν προσπαθούν να προστατευθούν, αλλά αντιθέτως, με τη συμπεριφορά και τις αποφάσεις τους, σχετικά με την επιβολή χρηματοπιστωτικών κυρώσεων εναντίον της  Ρωσίας, του Ιράν και της Βενεζουέλας, που τυγχάνουν σημαντικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες,   επιταχύνουν την απώλεια της κυριαρχίας του δολαρίου στις διεθνείς συναλλαγές, εφόσον οι χώρες αυτές προσπαθούν έτσι να αποφύγουν τις κυρώσεις.

Προκειμένου, το γουάν να μπορέσει να επιβληθεί  ως διεθνές νόμισμα,  έχει δρομολογηθεί από την Κίνα, με τη σθεναρή υποστήριξη της Ρωσίας,   ένα ευφυέστατο σχέδιο με μερική επαναφορά, σε αυτό, του χρυσού κανόνα. Αυτό το  νέο, εναλλακτικό διεθνές νομισματικό σύστημα έχει, μερικώς ήδη τεθεί σε λειτουργία, με την εισαγωγή στη διεθνή αγορά μακροπρόθεσμων συμβολαίων  αγοράς  αργού πετρελαίου, που θα τιμολογούνται σε γουάν μετατρέψιμα σε χρυσό. Το σχέδιο προβλέπει ότι  η Κίνα, που είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, θα παύσει, στο άμεσο μέλλον, να το πληρώνει με δολάρια, αλλά θα το αποκτά με γουάν. Δεδομένου ότι το κινέζικο νόμισμα, στην περίπτωση αυτή, θα είναι μετατρέψιμο σε χρυσό, δεν θα υπάρχει καταρχήν λόγος άρνησης της αποδοχής του, από τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες. Και στη συνέχεια, όταν η Κίνα αποδείξει, πέρα από κάθε αμφιβολία, την οικονομική της ευφορία και ηγεμονία  στην υφήλιο, η μετατροπή των γουάν σε χρυσό θα καταστεί περιττή. Στο μεταξύ, η Κίνα κλιμακώνει το πρόγραμμά της, με τη στήριξη των λοιπών συμμάχων/αναδυόμενων χωρών, για την από-δολαριοποίηση. Στην προσπάθεια αυτή  από-δολαριοποίησης έχει, φυσικά, ιδιαίτερα έντονη παρουσία και η Ρωσία.  Η Ρωσία αποτελεί για την Κίνα την πρώτη προτεραιότητα, καθώς είναι η μεγαλύτερη παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο και ήδη σημαντικότερη πηγή πετρελαίου για την Κίνα. Στη συνέχεια, ωστόσο, προγραμματίζεται η επέκταση του συστήματος πληρωμών έναντι πληρωμών και σε άλλες χώρες που  συμμετέχουν στο "δρόμο του μεταξιού".  Οι προθέσεις του Ρώσου προέδρου, να θέσει τέρμα στο άδικο, όπως υποστηρίζει, μονοπωλιακό σύστημα του δολαρίου, αποκαλύφτηκαν ξεκάθαρα στη διάσκεψη κορυφής των BRICS στο Xiamen της Κίνας, στις 4 Σεπτεμβρίου του 2017. H Κίνα, επίσης, επιδιώκει διμερή συμφωνία με το Ιράν με τη χρησιμοποίηση των νομισμάτων Ριάλ-Γουάν[31]. Το Πεκίνο και η Τεχεράνη αναζητούν τρόπους αποφυγής του δολαρίου ως μέσου πληρωμής των συναλλαγών τους. Το Ιράν, από την πλευρά του, αναζητεί και άλλες χώρες με τις οποίες να συνάψει συμφωνίες ανταλλαγών, στις οποίες να  μη χρησιμοποιείται  το δολάριο. Ανάμεσα και σε άλλα, εξετάζεται η δυνατότητα  δημιουργίας ενός κοινού νομίσματος,  ενδεχομένως με  βάση την εμπειρία του ευρώ. Και, ήδη, το μεγαλεπήβολο σχέδιο υποκατάστασης του δολαρίου τίθεται σε εφαρμογή με την απόφαση της ρωσικής Κυβέρνησης να εκδώσει, δοκιμαστικά, και γι' αυτό περιορισμένης έκτασης, κρατικά ομόλογα αξίας ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, όχι σε δολάρια, αλλά σε κινέζικο νόμισμα, που αντιστοιχούν  σε έξη δισεκατομμύρια γουάν[32].

 Αυτή, συνεπώς, η αλλαγή σκυτάλης στην παγκόσμια οικονομική σκηνή, μετά από την αμερικανική κυριαρχία, που δέσποσε στο διεθνές στερέωμα, για 70 περίπου χρόνια, φαίνεται να είναι προ των πυλών. Και φαίνεται, ακόμη, να είναι νομοτελειακή. Η παγκόσμια οικονομική κυριαρχία μιας χώρας, όσο ισχυρή και αν είναι σε δεδομένη ιστορική στιγμή, έχει πάντα  ημερομηνία λήξης. 'Όπως, ακριβώς, αναγκάστηκαν να κάνουν στο παρελθόν, οι ορισμένης χρονικής διάρκειας πρωταγωνίστριες, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ολλανδία, η Γαλλία  και τέλος η Μ. Βρετανία, που αλληλοδιαδέχθηκαν στην κορυφή της υφηλίου. Από το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι και σήμερα, η Αμερική υποκατάστησε τη Μ. Βρετανία στο ρόλο της παγκόσμιας κυριαρχίας.

Η Αμερική, προς το παρόν, δεν αντιδρά ευθέως τουλάχιστον, στη φονική αυτή απειλή για την παγκόσμια κυριαρχία της. Οπωσδήποτε, όμως, η προσπάθεια αποφυγής αυτού του κινδύνου είναι ικανή να οδηγήσει σε πολεμική σύρραξη.

        Γ`. Στο χώρο θεωριών, κοσμοθεωριών και συμπεριφοράς

'Όλες οι εξελίξεις δείχνουν ότι το 2030  δεν θα είναι πια η Αμερική, η πρώτη οικονομία του κόσμου. Αλλά, η εξέλιξη αυτή, δεν θα έπρεπε, σε καμιά περίπτωση, να εκλαμβάνεται ως καταστροφή. Αναφέρω, τη σχετική δήλωση του γνωστού δημοσιογράφου Mike Krieger, με περιεχόμενο  σύμφωνο με την επικρατούσα θέση περί διαδοχής, πολιτισμών, καθεστώτων και κοσμοθεωριών[33]: "Δεν είναι υγιές και ανθεκτικό στο χρόνο ένα έθνος  να κυριαρχεί έτσι στον πλανήτη για τόσο πολύ καιρό. Σε πολλούς από εμάς αρέσει να πιστεύουμε ότι μια καλοπροαίρετη παγκόσμια αυτοκρατορία υπό φιλόσοφους βασιλείς θα ήταν μια χαρά, αλλά το πρόβλημα είναι πως κάτι τέτοιο ανήκει στον χώρο της φαντασίας. Αυτό που συμβαίνει στη γήινη πραγματικότητα είναι -κατά τον Λόρδο John Dalberg-Acton - ότι « η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Αυτό ακριβώς συνέβη στις ΗΠΑ"[34].

Σχετικά με τη  φιλοσοφία του πολέμου, μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, διαπιστώνονται  ουσιώδεις διαφορές, που ενισχύουν, γενικά, την άποψη ότι η απόφαση σύρραξης, αν υπάρξει, το πιθανότερο είναι ότι θα προέλθει από την Αμερική.

Πράγματι, η Αμερική, στην προσπάθειά της να ικανοποιήσει το  "αυτοκρατορικό της σύνδρομο"[35] επιδίδονταν συνεχώς σε πολέμους, στο παρελθόν, που εμφανίζονταν με διάφορες  δικαιολογίες κάλυψης των πραγματικών αιτίων τους. Οι δικαιολογίες αυτές, αναπτύσσονται κατά καιρούς από πολλούς ειδικούς του πολέμου[36], και παρότι δεν είναι πανομοιότητες, βασίζονται ωστόσο στη γενικότερη υπόθεση ότι, στην υφήλιο, δεν υπάρχει  άλλο σύστημα διακυβέρνησης, εκτός από τη φιλελεύθερη  Δημοκρατία, που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Καθώς η Αμερική εμφανίζεται πεπεισμένη ότι η Δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι παγκόσμιες, όσο και αιώνιες  αξίες, η ίδια, ως η ισχυρότερη παγκόσμια δύναμη έχει, όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την  υποχρέωση να τις επιβάλλει και να τις διαδίδει στην υφήλιο. Αυτή η πεποίθηση της ανάγκης  προσυλιτισμού, από την Αμερική, μπορεί να χρειάζεται πόλεμο,  αν δεν γίνεται διαφορετικά, όπως ήταν η επίσημη δικαιολογία για τους πολέμους εναντίον  του Αφγανιστάν και του Ιράκ, ή η προσφυγή σε νεοαποικιοκρατία ή  σε οποιοδήποτε άλλο μέσο  θεωρηθεί εκάστοτε προτιμητέο. Αντιθέτως,  η Κίνα, όπως παρατηρήθηκε ήδη παραπάνω, δεν προσπαθεί να προσηλυτίσει τους λαούς που δεν συμφωνούν με τις αρχές της, αλλά να τους προσελκύσει ειρηνικά  με το παράδειγμά της, ενώ εκφράζει τη βεβαιότητα ότι αυτό, με τον καιρό θα συμβεί. Δεν αποκλείεται, βέβαια, η σύρραξη, από την ανάπτυξη ενός υπέρ εθνικισμού και από τις δύο πλευρές. Και, γενικά, πέρα από λεπτομέρειες, η πρόκληση πολεμικής σύρραξης ενθαρρύνεται, ίσως, και από τον υπερβολικό εθνικισμό, που διαπιστώνεται και από τις δύο αυτές μεγάλες δυνάμεις.

Παρότι Αμερική και Κίνα εμφανίζονται πεπεισμένες η καθεμιά,  ότι οι βασικές πολιτικές τους  επιλογές είναι οι καλύτερες δυνατές, ωστόσο  προς τον έξω κόσμο, η στάση τους είναι πολύ διαφορετική.

Δ. Στην ειλημμένη απόφαση χρήσης πυρηνικών όπλων

Με την επίκληση της ανάγκης να προστατευθεί η Δημοκρατία, που απειλείται, σύμφωνα με  επιχειρήματα της Δύσης, κυρίως από τον Poutin, ο Λευκός Οίκος ανέθεσε στο Πεντάγωνο μελέτη[37], η οποία, σε αντίθεση με τις επίσημες θέσεις, υποστηρίζει την ευρύτερη χρήση των πυρηνικών όπλων, στο μέλλον. Συγκεκριμένα, το 2016  ο τότε υποψήφιος για την προεδρία Donald Trump έθεσε σε σύμβουλό του, το ακόλουθο ερώτημα: "Τι μας χρησιμεύουν τα πυρηνικά όπλα αν δεν μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε;"[38]. Και το Πεντάγωνο απαντά: "Μπροστά στις γεωπολιτικές βλέψεις της Ρωσίας (αλλά και  της Κίνας), την επιθυμία της Ρωσίας να μεταβάλλει με τη βία το χάρτη της Ευρώπης, και να αμφισβητήσει τη διεθνή τάξη που προέκυψε από το τέλος του ψυχρού πολέμου, οι ΗΠΑ οφείλουν να αναλάβουν, χωρίς καθυστέρηση, τον εκσυγχρονισμό των πυρηνικών τους όπλων"[39]. Η εξόφθαλμη αυτή ασυμμετρία στο εύρος των κινήσεων, στον τομέα αυτό, στις ΗΠΑ και στον υπόλοιπο κόσμο δικαιολογείται, βεβαίως, από τη σκιώδη παραδοχή της υπόθεσης ότι "η χρήση των επικίνδυνων όπλων από την Αμερική προσφέρει εχέγγυα ασφαλείας στην υφήλιο, ενώ αντιθέτως η χρήση τους από άλλες χώρες κρίνεται επικίνδυνη και  γι' αυτό οφείλει να παρεμποδιστεί". Ανεξάρτητα από  το κατά πόσο η παραπάνω αυτή υπόθεση ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποτελεί δυστυχώς πυριτιδαποθήκη για την αργά ή γρήγορα καταστροφή του πλανήτη από τη χρήση πυρηνικών. Διότι, δεν είναι νοητό να  αναγνωρίζεται στον εκάστοτε πλανητάρχη, και να γίνεται αποδεκτή από την υπόλοιπη υφήλιο,  η μονοπωλιακή   κατοχή αυτών των καταστρεπτικών όπλων, με τη χρήση των οποίων είναι εύκολο να εξουδετερώσει το σύνολο όσων εκάστοτε θεωρεί   εχθρούς του, αλλά από τους οποίους ο ίδιος αφαιρεί το δικαίωμα της  άμυνας με ίσους όρους.

Ο εφιαλτικός, βέβαια, κίνδυνος που θα έπρεπε με κάθε τρόπο να αποφευχθεί είναι ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, ανάμεσα στις ΗΠΑ και  στην Κίνα, με ενδεχόμενη συμμετοχή και της Ρωσίας. Θα είναι, ακόμη, ένας πόλεμος, από τον οποίο δεν είναι διόλου σίγουρο ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν  εγκληματικά πυρηνικά όπλα, αν κριθεί και από τους Κινέζους ότι η χρήση τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας τους.  Η σύρραξη θα έχει ως βάση το γεγονός ότι τα συμφέροντα των δύο αυτών μεγάλων δυνάμεων δεν συμπίπτουν, αλλά είναι αντιμαχόμενα, εφόσον η Κίνα επιδιώκει να αρπάξει τη διεθνή πρωτοκαθεδρία από τις ΗΠΑ. Η σύρραξη θα επαληθεύει την "παγίδα Θουκυδίδη".  Δεν πρέπει, συνεπώς, η Δύση να επαναπαύεται με την υπόθεση, εσφαλμένη οπωσδήποτε, ότι η Κίνα χρειάζεται άλλα δέκα, ή και περισσότερα  χρόνια ακόμη για να είναι στρατιωτικά έτοιμη να αντιμετωπίσει την Αμερική. Και τούτο, διότι ήδη, στο "δρόμο του μεταξιού", δεκάδες χώρες είναι με το μέρος της Κίνας. Εξάλλου,  ο πρόεδρος Xi Jinping άρχισε να εκσυγχρονίζει την πολεμική του μηχανή[40]. Ειδικά στη θάλασσα η Κίνα μπορεί ήδη να θεωρηθεί ως μεγάλη ναυτική δύναμη, με αριθμό υπερσύγχρονων πολεμικών πλοίων, που ανταγωνίζονται τον αντίστοιχο των ΗΠΑ. Η ετοιμότητα αυτή της Κίνας, που αποκτήθηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, είναι φυσικό να ανησυχεί τις ΗΠΑ[41].

 Συμπέρασμα

 Τελειώνοντας  το ανά χείρας άρθρο, που περιστρέφεται γύρω από  τις προοπτικές και τις αγωνίες για το   μέλλον της ανθρωπότητας, μπορεί ενδεχομένως  να εξαχθεί,  από την ανάλυση, ένα αισιόδοξο συμπέρασμα. Το "Πρώτη η Αμερική" του Donald Trump ανοίγει το δρόμο για την κυριαρχία της Κίνας, που ίσως η διαδοχή της  πραγματοποιηθεί αναίμακτα, αν πράγματι η Αμερική έπαυσε να ενδιαφέρεται για την τύχη της Δύσης,  και αν πράγματι κατέληξε στην απόφαση ότι τα συμφέροντά της εξυπηρετούνται καλύτερα σε εθνικό, παρά σε παγκόσμιο επίπεδο.  Και ο ανοικτός δρόμος, για την κυριαρχία της Κίνας συμπληρώνεται και από τη σαφή απροθυμία/αδυναμία της Γερμανίας να καλύψει το κενό της διεθνούς αμερικανικής  επιρροής.

            Αυτά για το βραχυπρόθεσμο/μεσοπρόθεσμο  μέλλον. Σε δέκα χρόνια από σήμερα η σκέψη και ο τρόπος  προετοιμασίας πολέμου δεν θα περιλαμβάνει κανένα σχεδόν στοιχείο του σήμερα. Σε δέκα χρόνια τα ρομπότ, που πιθανότατα θα είναι αυτόνομα, θα αναλαμβάνουν και θα διεκπεραιώνουν τους πολέμους. Πολέμους, που θα είναι πολύ διαφορετικοί των σημερινών, πιο επικίνδυνοι, αλλά και πολύ πιο σύντομοι.  Και σε ελάχιστα χρόνια από σήμερα, όπως όλα δείχνουν ήδη, η Κίνα αναμφίβολα θα προηγείται στη ρομποτική της Αμερικής. Αν η "παγίδα του Θουκυδίδη" δεν θα έχει αντιμετωπιστεί ειρηνικά μέχρι τότε, οι εξελίξεις για τη Δύση κινδυνεύουν να πάρουν τραγική τροπή.

            Δυστυχώς, ο προβληματισμός αυτός, καθώς και η έγκαιρη προσπάθεια αντιμετώπισης του περιεχομένου του δεν απασχολεί, τουλάχιστον στο μέτρο που γίνεται γνωστό, τους ισχυρούς του κόσμου. Οι ανησυχίες τους, αντιθέτως, αναφέρονται συχνότερα σε θέματα πολύ μικρότερης σημασίας και εμβέλειας, που έχουν  σχέση με  την εμμονή επιβολής των αρχών του δυτικού πολιτισμού, σε χώρες που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με αυτόν.

 Ανακοίνωση της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη,  στο συνέδριο του Mostar/ Οκτώβριος 2018

 *Απόψεις, που αναπτύχθηκαν εκτενέστερα σε διάφορα σημεία του νέου συγγράμματος της συγγραφέως με τίτλο: "Το τέλος της οικονομικής κυριαρχίας της Δύσης", Ίδρυμα Δελιβάνη και Εκδόσεις Ιανός, και γαλλικά από τις Εκδόσεις L'Harmattan.

 

 Βιβλιογραφικές Παραπομπές



[1] Του οποίου η σχετική ανάλυση θεωρείται πάντοτε επίκαιρη, γιατί όπως υποστηρίζει ο Θουκυδίδης "ισχύει "ες αεί", εφόσον  η φύση των ανθρώπων παραμένει αναλλοίωτη.

[2] Βικιπαίδεια

[3] Graham Allison (2017), "China vsAmerica", Foreign Affairs,Σεπτέμβριος/Οκτώβριος, και Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος (2017) "Η παγίδα του Θουκυδίδη" Αντίλογος, 04/07

 

[4] Αναφέρονται από τον ΟΟΣΑ

[5] HSBC

[6] Roger Cohen (2017), "China has Trump where it wants him", International New York Times, 13/11

[7] Europe: "Les courants populistes ont cessé d'être des exceptions pour devenir la règle", Le Monde, 22.03.2018

[8]  "Barbarian Outreach", (2017) The Economist, 11/11

[9] Πρέπει να σημειωθεί ότι κάτω από τη γενικότερη επιγραφή του "λαϊκισμού" εξασφαλίζουν στέγη πολλές μορφές διακυβέρνησης, που διαφοροποιούνται σημαντικά, αλλά που ωστόσο υποστηρίζουν τις ίδιες βασικές αρχές, όπως  είναι η αντι-παγκοσμιοποίηση, ο αντι-ελιτισμός και ο εθνικισμός

 [10] Που αναφέρθηκε από τον ίδιο τον Σεπτέμβριο του 2017, και επαναλήφθηκε σε ομιλία  του διάρκειας 41',  21 φορές.

[11] Christopher A. Preble (2018), "Adapting as America declines", International New York Times, 23/04

[12] The future of the war (2018), Special Report,  The Economist, 03/01

[13] Kori Schake (2017) "Will Washington Abandon the  Order"? Foreign Affairs, Ιανουάριος/Φεβρουάριος

[14] John McCain and Angelina Jolie (2018) "Rohingya need rescue led by U.S.", International New York Times, 11-12/03  

[15] Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, Τα παιδιά της παγκοσμιοποίησης,ό.α

[16] Bloomberg

[17] Jim Tankersley (2018), "Trump hates the trade deficit. Economists differ."International New York Times, 07/03

[18] Thomas L. Friedman (2018), "Some truths Trump holds actually exists", International New York Times,15/03

 

[19] Marco Rubio (2018), "Tariffs aren't the solution", International New York Times,15/03

 

[20] Thomas I. Friedman, ό.α.

[21] François  Lenglet (2014), La fin de mondialisation, Librairie Arhème Fayard/Pluriel, Chapitre 5-L’éternel  retour.

 

[22] Ana Swanson and Alan Rappeport (2018), "Trump looks to curb Chinese investment",  International New York Times, 30/03

[23] Luke Patey (2017), "China is pushing its luck with the West", International New York Times, 28/12

[24] Entre la Chine et les Etats-Unis, de nouvelles taxes douanières et des menaces", Le Monde, 23.08.2018 à 08h07

[25] Από την US China Economic and Security Review Commission

 

[26] International Emergency Economic Power Act

[27] Ana Swanson and Keith Bradsher (2018), "U.S. weighs curbs on Chinese researchers", International New York Times,02/04

[28] Εκτός της Ρωσίας και Βραζιλίας, Ινδίας, Νότιας Αφρικής, όπως και τις χώρες -εταίρους τους της Οργάνωσης Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) που  περιλαμβάνει το Καζακστάν, το Κιργιστάν, το Τατζικιστάν, το Ουζμπεκιστάν, και πρόσφατα και το Πακιστάν

[29] William Engdahl, "Η θανάσιμη πρόκληση Κίνας και Ρωσίας, στην παγκόσμια ηγεμονία του δολαρίου", New Eastern Outlook  (παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού)

[30] "Το δολάριο κινδυνεύει" www.iefimerida.gr

[31] Zero Hedge, 7.12.2017 (Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού), "Προχωρεί η εγκατάλειψη του Δολαρίου: Κίνα και Ιράν το καταργούν στις συναλλαγές τους"

 

[32] William Engdahl, (2018), "Αποφασισμένες Ρωσία και Κίνα να Εγκαταλείψουν το Δολάριο",(Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού),  New Eastern Outlook, 24/01

[33] Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (2018), Το τέλος της οικονομικής κυριαρχίας της Δύσης, Ίδρυμα Δελιβάνη και Εκδόσεις Ιανός (υπό εκτύπωση) , Βλ.κυρίως Πρόλογο-Εισαγωγή

[34] Mike Krieger, Zero Hedge via Liberty Blitzkrieg blog, 18-4-18 (Παρουσίαση από τον Μιχαήλ Στυλιανού)

[35] Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (2004), Τα παιδιά της παγκοσμιοποίησης:τρομοκρατία και φασισμός, Εκδόσεις Ιδρύματος Δελιβάνη και Παπαζήση, σσ.368 επ.

[36] MBout (2001), "The case for the American Empire",Weekly Standard15.10, Τεύχος 7,  αρ.5, Robert Kaplan (2001), Η επερχόμενη αναρχίαΕκδόσεις ΡοέςS.Rozen( 2002), "The future of the war and the american military", Harvard Review, May-June, κ.ά.

 

[37] Ashley Feinberg (2018), " Exclusive: here is a draft of Trump's nuclear review. He wants a lot more nukes"11/01, www.huffingtopost.com

[38] ΜSNBC, 3 Αυγούστου 2016

[39] Serge Halimi (2018), ""Idiots utiles" du Pentagone", Le Monde Diplomatique, No767-65e année, february/april

[40] Jennifer Lind (2017), "Asia's Other Revisionist Power,  Foreign Affairs, ΜάρτιοςΑπρίλιος