Οι ευρωεκλογές, το ΔΝΤ και η μεταμνημονιακή διαπραγμάτευση
Οι ευρωεκλογές, το ΔΝΤ και η μεταμνημονιακή διαπραγμάτευση

Η τραγωδία στο Μάτι δεν ανατρέπει μόνο κάθε πολιτικό σχεδιασμό της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, αλλά θέτει νέες προτεραιότητες στη χώρα στο κοινωνικό, στο αναπτυξιακό και εξ ανάγκης στο δημοσιονομικό επίπεδο. Η ανάγκη για ριζοσπαστική αναδιοργάνωση των υπαρκτών κρατικών και αυτοδιοικητικών δομών και η συγκρότηση νέων, όχι μόνο για την πολιτική προστασία, αλλά για την ανασυγκρότηση του ίδιου του κράτους με όρους 21ου αιώνα, είναι πλέον επιτακτική.

Το γκρέμισμα των στρεβλώσεων, της γραφειοκρατίας και της απάτης που ενδέχεται να ξεκίνησε ήδη, είναι βεβαίως κρίσιμη προϋπόθεση, αλλά όχι και αναγκαία συνθήκη. Οι μεν κυβερνητικοί με την ογκώδη άγνοια που διαθέτουν και με την κομματική αλαζονεία που διακρίνει τα κόμματα που αποκτούν ανέλπιστα εξουσία για πρώτη φορά, έχουν τώρα την ευκαιρία να ανοίξουν ουσιαστικά και όχι υποκριτικά τα παιγνίδι των προσώπων, ζητώντας στήριξη ακόμη και από την αντιπολίτευση. Οι δε της αντιπολίτευσης μπορούν να υπερβούν τις καταστροφικές ενοχές δεκαετιών στηρίζοντας ριζοσπαστικές αλλαγές.

Εδώ υπάρχει μια πολιτική ευκαιρία, τόσο για την κυβέρνηση, όσο και για την αντιπολίτευση για συναίνεση και συνεργασία. Η μεν κυβέρνηση θα χρειαστεί να εξαντλήσει τον χρόνο που της δίνει το Σύνταγμα, έτσι ώστε να απομακρυνθεί από την κεκαυμένη ζώνη της τραγωδίας στο Μάτι και να ξετυλίξει τις όποιες φιλολαϊκές πολιτικές μπορεί να εφαρμόσει το 2019. Η δε αντιπολίτευση να απαλλαγεί σταδιακά από τον υστερικό και καταγγελτικό της λόγο, αναδεικνύοντας τους προγραμματικούς της σχεδιασμούς με πιο ευκρινή και στέρεο τρόπο.

Εν όψει των ευρωεκλογών

Κυβέρνηση και αντιπολίτευση θα έχουν και ένα άλλο κοινό εθνικό πρόβλημα, τις ευρωεκλογές. Και ίσως για πρώτη φορά από την ένταξη της χώρας στην πάλαι ποτέ ΕΟΚ, οι ευρωεκλογές έχουν μείζον εθνικό ενδιαφέρον, καθώς οι αναλυτές διαβλέπουν δραματική άνοδο των ευρωσκεπτικιστών και των ακροδεξιών κομμάτων. Μία τέτοια εξέλιξη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συμμετέχουν ακροδεξιά κόμματα, οι πιέσεις για την συγκρότηση μιας ευρωσκεπτικιστικής Κομισιόν θα ενταθούν (European Interest).

Ως γνωστόν, τα μέλη της νέας Κομισιόν που θα εισηγηθούν οι κυβερνήσεις τον Ιούνιο του 2019, θα περάσουν από ακροάσεις στο Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο έχει καθοριστικό ρόλο. Συνεπώς, εάν ανατραπεί η τρέχουσα συμμαχία του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (EPP), της Προοδευτικής Συμμαχίας Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D) και της Συμμαχίας Φιλελεύθερων και Δημοκρατών (ALDE) τότε θα έχουμε πρόβλημα.

Με μια Κομισιόν που ενδεχομένως να περιλαμβάνει και ορισμένα ευρωσκεπτικιστικά μέλη και ένα Ευρωκοινοβούλιο με ανεβασμένη τη δύναμη των ακροδεξιών, η ελληνική εθνική ατζέντα για ευελιξία στις μεταμνημονιακές υποχρεώσεις και στον τριμηνιαίο έλεγχο των δημοσιονομικών και των μεταρρυθμίσεων θα συναντήσει ισχυρές αντιστάσεις, είτε ευθέως, είτε μέσω του Μεταναστευτικού.

Η κόντρα Κομισιόν και ΔΝΤ

Η σημασία του πνεύματος και της φιλικότητας της Κομισιόν έναντι της Ελλάδας φάνηκε και με τον σχολιασμό της έκθεσης του ΔΝΤ για το ελληνικό χρέος εκ μέρους της. Η έκθεση του ΔΝΤ θεωρεί ότι μεσοπρόθεσμα μέχρι το 2035 το χρέος είναι βιώσιμο, και επισημαίνει πως θα αρχίσει να αυξάνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ από το 2038, οπότε «θα χρειαστεί πρόσθετη ανακούφιση για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους».

Αυτό είναι μεν αναγνωρισμένο από όλους, αλλά το ΔΝΤ απαιτεί προσήλωση στις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις, αποκλείοντας το ενδεχόμενο αναστροφής της περικοπής των συντάξεων και της μείωσης του αφορολόγητου. Το Ταμείο κάνει μεν λόγο για επιστροφή της Ελλάδας στην ανάπτυξη (2% το 2018 και το 2,4% το 2019), χαμηλώνει όμως τον πήχη και διατυπώνει τις επιφυλάξεις του για τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.

Η Κομισιόν σχολίασε πως οι προβλέψεις του ΔΝΤ για την Ελλάδα «ήταν πάντα απαισιόδοξες», ότι «η ελάφρυνση χρέους για την Ελλάδα είναι επαρκής» και ότι «θα το ξαναδούμε το 2032». Το ΔΝΤ χαιρέτησε την απόφαση των Ευρωπαίων εταίρων να παρέχουν επιπλέον ανακούφιση στην Ελλάδα, αλλά θεωρεί ότι είναι κρίσιμο όποια επιπλέον ελάφρυνση να βασίζεται σε ρεαλιστικές υποθέσεις, ειδικά σε σχέση με τη δυνατότητα της χώρας να διατηρήσει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Είναι σαφές πως υπό την προεδρία Γιουνκέρ η Ελλάδα μπορεί να τυγχάνει έμπρακτης κατανόησης, κάτι που δεν ξέρουμε εάν θα ισχύει και μετά τις ευρωεκλογές.

Η μεταμνημονιακή διαπραγμάτευση

Δεν είναι τυχαίο που η Süddeutsche Zeitung σε εκτενές άρθρο της με αφορμή την επικείμενη ολοκλήρωση του 3ου προγράμματος εκφράζει έντονες αμφιβολίες για τη δυνατότητα της χώρας να προχωρήσει μόνη της, αφού «η ανάλυση της Κομισιόν καταδεικνύει πόσο γρήγορα μπορεί να καταρρεύσει ο ελληνικός χάρτινος πύργος.Σύμφωνα με αυτή, ένα μειωμένο κατά 0,7% πλεόνασμα με παράλληλη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης κατά 0,2% και ελαφρά αύξηση του κόστους αναχρηματοδότησης, δεν θα οδηγούσε σε μείωση, αλλά σε αύξηση του χρέους σε πάνω από 230% επί του ΑΕΠ. Το ότι το ΔΝΤ δεν θέλει να είναι συνυπεύθυνο για έναν τόσο εξειδικευμένο υπολογισμό που δεν επιτρέπει περιθώρια απόκλισης […] είναι απολύτως κατανοητό».

Ειδικότερα, το ΔΝΤ στην έκθεσή του καταγράφει τους κινδύνους που εμπεριέχει το χρέος:

  1. 1.Μια αύξηση των επιτοκίων δανεισμού κατά 90 μονάδες βάσης υψηλότερα της πρόβλεψης θα οδηγήσει σε αύξηση του δείκτη χρέους κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τη βασική πρόβλεψη ως το 2023.
  2. 2.Μείωση της μέσης ανάπτυξης
  3. 3.Απόκλιση από τους στόχους
  4. 4.Η δυναμική χρέους θα χειροτερέψει

Φορολογική ελάφρυνση

Ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στο Ταμείο κ. Ψαλιδόπουλος, σε μακροσκελή επιστολή του προς το ΔΣ του ΔΝΤ επισημαίνει μεταξύ άλλων πως στην τελευταία τριετία έχουν γίνει 450 διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομικής και ότι οι αρχές της Ελλάδας αναγνωρίζουν την ανάγκη για συνετή δημοσιονομική διαχείριση, δεν συμμερίζονται όμως ότι οι δημοκρατικές διαδικασίες πρέπει να θεωρούνται παράγοντας κινδύνου.

Από την διπλωματία των εκθέσεων και των δηλώσεων των ξένων οργανισμών αλλά και από την πραγματικότητα που επιτάσσει τον διπλασιασμό των ρυθμών ανάπτυξης από τους προβλεπόμενους για να αποφευχθεί μια κοινωνική καταστροφή, η ελληνική πλευρά θα χρειαστεί κάποια στιγμή μέσα στην 4ετία 2019-2022 να υποβάλει ένα σχέδιο επαναδιαπραγμάτευσης τόσο των δημοσιονομικών στόχων, δηλαδή τα πλεονάσματα και τη φορολογία.

Είναι ξεκάθαρο πως προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση της εσωτερικής αγοράς που κι αυτή είναι προϋπόθεση για τις άμεσες επενδύσεις ώστε να επιταχυνθεί η ανάπτυξη, είναι η δραστική φορολογική ελάφρυνση των εργαζόμενων, των συνταξιούχων και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η επαναδιαπραγμάτευση μπορεί να είναι επιτυχής εφόσον κατατεθεί ένα σχέδιο δυναμικών και κοστολογημένων δομικών αλλαγών που θα υπηρετεί ένα φιλόδοξο σχέδιο πολυδιάστατης ανάπτυξης.

Μάκης Ανδρονόπουλος