Πολιτικές παραδοξότητες
Ένας λαός που είναι υπό την εξευτελιστική κατοχή των δανειστών του, πρέπει πριν από όλα να το συνειδητοποιήσει – στη συνέχεια να θέλει να δραπετεύσει από τη φυλακή, στην οποία τον έχουν καταδικάσει με δεσμοφύλακες τις κυβερνήσεις του, αδιαφορώντας για το κόστος και αναλαμβάνοντας την ευθύνη.

.

 

 

 «Είναι αποφασισμένοι οι Έλληνες να θυσιάσουν τη σημερινή τους ευημερία, την οποία χάνουν σταδιακά, όχι ξαφνικά και απότομα, έτσι ώστε να συνηθίσουν τη μελλοντική τους εξαθλίωση; Είναι πρόθυμοι να αγωνισθούν και να υποφέρουν για να ανακτήσουν την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και την εθνική τους κυριαρχία; Έχουν την αρετή και την τόλμη που απαιτείται;

Κατά την άποψη μας, επιθυμώντας να είμαστε ρεαλιστές και χωρίς ψευδαισθήσεις, η συντριπτική πλειοψηφία δεν είναι πρόθυμη για τίποτα από τα παραπάνω – θέλοντας να κερδίσει έναν πόλεμο, χωρίς να χρειαστεί να δώσει καμία μάχη και χωρίς να θυσιάσει απολύτως τίποτα. Επομένως είναι ανόητο να περιμένει κανείς μαζικές διαδηλώσεις και εξεγέρσεις, μέσω των οποίων θα μπορούσε να αλλάξει πορεία η χώρα«.

.

Ανάλυση

Για να μπορέσει κάποιος να αποδράσει από τη φυλακή που έχει εγκλεισθεί, σωματικά ή πνευματικά, πρέπει πριν από όλα να συνειδητοποιήσει πως είναι φυλακισμένος – αφού μόνο τότε αρχίζει να σκέφτεται, θέτοντας σε κίνηση όλες του τις δυνάμεις. Αμέσως μετά, εάν πράγματι θέλει να απελευθερωθεί, οφείλει να αναλάβει το ρίσκο, πρόθυμος να πληρώσει το κόστος του εγχειρήματος του – καθώς επίσης να πάρει ο ίδιος την ευθύνη των πράξεων του, χωρίς να περιμένει να βοηθηθεί από κανέναν άλλο. Τέλος, όταν προσπαθήσει κανείς να αποδράσει από τη φυλακή, δεν υπάρχει καμία εγγύηση – τίποτα που να εξασφαλίζει την επιτυχία της πρωτοβουλίας του, όσο καλά και αν έχει σχεδιάσει τα βήματα του.

Κατ’ αναλογία, ένας λαός που είναι υπό την κατοχή των δανειστών του, πρέπει πριν από όλα να το συνειδητοποιήσει – στη συνέχεια να θέλει να δραπετεύσει από τη φυλακή, στην οποία τον έχουν καταδικάσει με δεσμοφύλακες τις κυβερνήσεις του, αδιαφορώντας για το κόστος και αναλαμβάνοντας την ευθύνη. Εν προκειμένω πρέπει να γνωρίζουμε όλοι ότι, παραδίδοντας την ευθύνη για το μέλλον μας σε κάποιον άλλο, παραδίδουμε ταυτόχρονα και την ελευθερία μας – επίσης χωρίς καμία εγγύηση.

Τα παραπάνω θα έπρεπε να αξιολογηθούν σωστά από τους Έλληνες,  οι οποίοι οφείλουν να πάψουν να δικαιολογούν την αδιαμαρτύρητη, αναξιοπρεπή υποταγή τους με τη γεωπολιτική θέση της χώρας, με τους κινδύνους που εγκυμονεί, με την ανυπαρξία ηγέτη, με το ότι η Ισλανδία τα κατάφερε επειδή έχει λίγο πληθυσμό, η Ελλάδα ήταν πάντοτε αποικία  κοκ. – αφού η πραγματική αιτία είναι για τους περισσότερους το ότι δεν συνειδητοποιούν πως είναι φυλακισμένοι, ούτε τι τους περιμένει ακόμη, ενώ οι υπόλοιποι δεν θέλουν να αναλάβουν το ρίσκο ή να πληρώσουν το πράγματι βαρύ τίμημα της απελευθέρωσης τους.

Η κατ’ επίφαση Δημοκρατία

Ανεξάρτητα τώρα από αυτά, υπενθυμίζουμε πως  σύμφωνα με μία κοινώς αποδεκτή ερμηνεία, η αρχή της Δημοκρατίας έγκειται στην ιδέα ότι, ο λαός σαν σύνολο είναι αυτός που καθορίζει τη μοίρα του και λαμβάνει αποφάσεις, οι οποίες έχουν σχέση με θέματα κοινού ενδιαφέροντος – όχι βέβαια η κυβέρνηση ή μία μικρή ομάδα ανθρώπων.

Σε μία αλλοτριωμένη κοινωνία όμως, όπως οι περισσότερες σήμερα, σε μία κοινωνία δηλαδή που, μεταξύ άλλων, χειραγωγείται, έχοντας χάσει την επαφή της με την πραγματικότητα, ο τρόπος που εκφράζει ο λαός τη θέληση του δεν διαφέρει πολύ, από την επιλογή που κάνει αγοράζοντας εμπορεύματα (E. Fromm). Οι άνθρωποι ακούν τις κραυγές της προπαγάνδας, οπότε τα γεγονότα έχουν πολύ μικρή σημασία, σε σχέση με τον υποβλητικό θόρυβο, ο οποίος τους «αλλοτριώνει».

Στα πλαίσια αυτά, η ελευθερία του λόγου, με κριτήριο την οποία θεωρείται ως δημοκρατικό ή μη ένα πολίτευμα, είναι μία πάρα πολύ σχετική έννοια – αφού δεν έχει μόνο σημασία εάν μπορεί κανείς να μιλάει ελεύθερα ή όχι, αλλά και ποιος επιτρέπεται ή μπορεί να τον ακούσει.

Ειδικότερα, όταν τα ΜΜΕ παρέχουν «βήμα» μόνο σε ορισμένους ανθρώπους, επιλεγμένους από τα ίδια ή όταν εξασφαλίζεται με διάφορους τρόπους το κύρος κάποιων συγκεκριμένων ατόμων, με βάση το οποίο δίνεται ή όχι σημασία στα λόγια τους από το ευρύ κοινό, τότε η ελευθερία της έκφρασης είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη, ουτοπική. Ανύπαρκτες είναι σε αυτήν την περίπτωση και η επιλογές του λαού – ο οποίος υποβάλλεται σε μία έμμεση «πλύση εγκεφάλου», χωρίς καν να το καταλαβαίνει.

Συνεχίζοντας, η λειτουργία της «πολιτικής μηχανής» σε μία κατ’ επίφαση δημοκρατική χώρα δεν διαφέρει τόσο πολύ, από τη διαδικασία στην ελεύθερη αγορά, στο εμπόριο. Αναλυτικότερα, τα πολιτικά κόμματα δεν διαφέρουν ιδιαίτερα, σε σχέση με τις μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις – ενώ οι επαγγελματίες πολιτικοί προσπαθούν να πουλήσουν τα «εμπορεύματα» τους στο κοινό, στους δυνητικούς ψηφοφόρους τους, με τη βοήθεια των ΜΜΕ, των δημοσίων συγκεντρώσεων, των επιλεγμένων «χειραγωγών» της κοινής γνώμης κλπ.

Φυσικά δε εμποδίζουν με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο αυτούς που θέλουν να τους υφαρπάξουν τα «μερίδια αγοράς» τους – ενώ σε πολλά κράτη τα κόμματα δεν διαφέρουν από τις εγκληματικές συμμορίες, χρησιμοποιώντας απλά άλλους τρόπους όπως είναι η δυσφήμιση των αντιπάλων τους, η αυθαίρετες κατηγορίες, οι φραστικές επιθέσεις κοκ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με πολλούς, η μειωμένη αίσθηση της πραγματικότητας, της κατοχής της χώρας στο παράδειγμα της Ελλάδας, αντιστοιχεί σε μία περιορισμένη αίσθηση ευθύνης – επίσης, στην έλλειψη αποτελεσματικής θέλησης, η οποία είναι το «ψυχικό αντίστοιχο» της σκόπιμης, συνειδητής και υπεύθυνης δράσης. Η περιορισμένη αίσθηση ευθύνης με τη σειρά της, οπότε και η εξ αυτής απουσία αποτελεσματικής θέλησης, επεξηγούν την άγνοια και την έλλειψη κρίσης του απλού Πολίτη – όσον αφορά τα θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής της πατρίδας του.

Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται στην απουσία ενημέρωσης, η οποία είναι άφθονη, ενώ παρέχεται πρόθυμα, συχνά δωρεάν και με ανιδιοτέλεια από πολλούς – αλλά στη χειραγώγηση, την οποία αναλύσαμε προηγουμένως, σε συνδυασμό με μία μορφή «μισαλλοδοξίας», η οποία διακρίνει αρκετούς από τους σημερινούς Πολίτες.

Επίσης στο ότι, δεν καταβάλλεται ιδιαίτερη προσπάθεια από την πλειοψηφία των ανθρώπων, να επιλέξουν τις σωστές πηγές ενημέρωσης τους – να αφομοιώσουν τις πληροφορίες, καθώς επίσης να τις υποβάλλουν σε εκείνους τους κανόνες της κριτικής, τους οποίους οι περισσότεροι γνωρίζουν από την άσκηση του επαγγέλματος τους.

Το παράδειγμα του δικηγόρου-πολιτικού

Για να γίνει κατανοητή η παραπάνω διαδικασία, συγκρίνεται (παράδειγμα του γνωστού οικονομολόγου J.Schumpeter) η στάση ενός δικηγόρου, απέναντι στη δικογραφία του, με τη στάση του απέναντι στα πολιτικά γεγονότα της χώρας του.

Στην πρώτη περίπτωση, ο δικηγόρος έχει εξειδικευθεί να εκτιμάει την ουσία των γεγονότων με τις σπουδές, καθώς επίσης με την πολυετή εμπειρία που απόκτησε – εργαζόμενος με καθορισμένο κίνητρο το συμφέρον τόσο το δικό του, όσο και του πελάτη του, κατά την ενάσκηση του επαγγέλματος του. Παράλληλα, υποκινούμενος από το επίσης ισχυρό κίνητρο πως έχει τις ικανότητες, εγκύπτει με όλες τις γνώσεις, το πνεύμα και τη θέληση του, στο περιεχόμενο της δικογραφίας του.

Στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή ο δικηγόρος ασχολείται με τα πολιτικά γεγονότα της χώρας του, δεν κάνει συνήθως τον κόπο να εξειδικευθεί. Ειδικότερα, δεν καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια να επιλέξει τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες, δεν τις αφομοιώνει και δεν τις υποβάλλει στους κανόνες της κριτικής – παρά το ότι γνωρίζει τόσο τέλεια το χειρισμό τους, από το επάγγελμα του. Εκτός αυτού, δεν μπορεί να ανεχθεί τα μακροσκελή ή πολύπλοκα επιχειρήματα, αναλύσεις και κείμενα – αν και είναι κανόνας στις δικογραφίες, με τις οποίες ασχολείται.

Ο σκοπός του παραδείγματος είναι να αποδειχθεί ότι, χωρίς την πρωτοβουλία, η οποία πηγάζει από την άμεση ευθύνη, επικρατεί συνήθως η άγνοια – παρά την πληθώρα της ενημέρωσης, όσο σωστή και αν είναι. Επομένως ο Πολίτης, σε μία αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπως οι σημερινές, «υποβιβάζεται» σε χαμηλότερο επίπεδο πνευματικής απόδοσης, αμέσως μόλις εισχωρήσει στον πολιτικό τομέα – σχεδόν ανεξάρτητα από τη μόρφωση του.

Τόσο η επιχειρηματολογία του, όσο και οι αναλύσεις του, γίνονται κατά έναν τρόπο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «παιδαριώδης», στη σφαίρα των επαγγελματικών του συμφερόντων – γίνεται δηλαδή επιδερμικός, σχεδόν πρωτόγονος. Στο παράδειγμα μας, ο δικηγόρος δεν θα ασχολούταν ποτέ τόσο ανεύθυνα με τη δικογραφία του, όσο με την πολιτική στη χώρα του – κάτι που ισχύει επίσης για τους οικονομολόγους οι οποίοι, όταν αποφασίζουν να εισέλθουν στην πολιτική «αρένα», χάνουν εντελώς το καθαρό μυαλό και τις εξειδικευμένες γνώσεις τους, όσο ικανοί και αν είναι.

Έτσι διαπιστώνεται το παράδοξο, σύμφωνα με το οποίο οι λιγότερο μορφωμένοι έχουν μεγαλύτερη επιτυχία στην πολιτική, σε χώρες που διακρίνονται για το χαμηλό μέσον όρο του πολιτισμικού τους επιπέδου – επειδή ακριβώς τους διευκολύνει η άγνοια τους, στην οποία στηρίζεται το θράσος τους να υπόσχονται πράγματα που δεν είναι σε θέση να καταφέρουν και να αναλαμβάνουν ευθύνες εκθετικά μεγαλύτερες από τις ικανότητες τους.

Κατ’ επέκταση, η ψήφος των Πολιτών στις εκλογές δεν είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα της θέλησης των ψηφοφόρων – αλλά αφενός μεν το προϊόν της χειραγώγησης τους και των «προκατασκευασμένων» άθλιων επιλογών που τους προσφέρονται, αφετέρου της εκ των πραγμάτων μειωμένης υπευθυνότητας τους, όπως την αναλύσαμε παραπάνω.

Πρόκειται λοιπόν για μία «αλλοτριωμένη» έκφραση της θέλησης του Πολίτη ο οποίος, όταν ψηφίζει, έχει την ψευδαίσθηση πως είναι ο δημιουργός αποφάσεων – τις οποίες αποδέχεται σαν να ήταν δικές του ενώ, στην πραγματικότητα, καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από δυνάμεις που ευρίσκονται πέρα από τον έλεγχο και τη γνώση του.

Το επακόλουθο της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι μία (συνειδητή ή μη) έντονη αίσθηση αδυναμίας, η οποία δημιουργείται στον Πολίτη, όσον αφορά τα πολιτικά ζητήματα – γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο την πολιτική του «διάνοια», τις αποφάσεις και την ψήφο του. Με απλά λόγια, έχοντας πεισθεί υποσυνείδητα πως κάποιοι άλλοι κινούν τα νήματα και προκαθορίζουν τη ζωή του, θεωρεί πως δεν είναι σε θέση να κάνει ο ίδιος απολύτως τίποτα – ενώ γίνεται συχνά οπαδός κάποιου κόμματος έχοντας ιδιοτελείς επιδιώξεις (το διορισμό του παιδιού του στο δημόσιο κλπ.).

Συμπερασματικά λοιπόν, όταν δεν μπορεί να δρα κανείς αποτελεσματικά, δεν μπορεί και να σκέφτεται παραγωγικά – οπότε η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι μία «κατ’ επίφαση» δημοκρατία. Στα πλαίσια αυτά, όταν οι Πολίτες κατηγορούν τον εαυτό τους για τα πολιτικά κόμματα που ψήφισαν (ή κατηγορούνται από άλλους), θεωρώντας ότι είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για την πολιτική που άσκησαν τα κόμματα, αφού οι ίδιοι τα ψήφισαν, διαπράττουν ένα ακόμη σφάλμα – το μεγαλύτερο ίσως.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, ο τρόπος που ελέγχεται μία σύγχρονη δημοκρατία, δεν είναι σημαντικά διαφορετικός από τον έλεγχο μίας μεγάλης, πολυμετοχικής εταιρείας, στις γενικές συνελεύσεις της οποίας σπάνια συμμετέχουν οι μικρομέτοχοι – παρά το ότι οι Πολίτες ψηφίζουν προσωπικά, παίρνουν την απόφαση «τους» και επιλέγουν συνήθως μία από τις δύο «κομματικές μηχανές», οι οποίες ανταγωνίζονται για να εξασφαλίσουν την ψήφο τους.

Άλλωστε, μόλις η μία από τις δύο αυτές μηχανές υπερψηφισθεί, οι σχέσεις της με τους ψηφοφόρους της γίνονται κάτι το μακρινό – ενώ οι προεκλογικές υποσχέσεις ή οι δεσμεύσεις «χάνονται στο σκοτάδι». Σε κάθε περίπτωση, οι πραγματικές αποφάσεις σπάνια λαμβάνονται από τους βουλευτές, οι οποίοι εκπροσωπούν τα συμφέροντα και τις επιθυμίες των εκλογέων τους – αλλά από το κυβερνών κόμμα, κυρίως δε από αυτούς που κατέχουν τις σημαντικότερες θέσεις στον κομματικό μηχανισμό.

Βέβαια, η διαδικασία αυτή προκαλεί αντιδράσεις, οι οποίες «συσσωρεύονται» με την πάροδο του χρόνου – δημιουργώντας σταδιακά όλο και μεγαλύτερες «εστίες πυρκαγιάς». Κατά κάποιον τρόπο λειτουργεί ακριβώς όπως τα νερά, η στάθμη των οποίων αυξάνεται μπροστά στο φράγμα, το οποίο τα εμποδίζει να κυλίσουν ελεύθερα – έως εκείνη τη στιγμή που καταρρέει το φράγμα, αδυνατώντας να αντισταθεί στην ορμή τους, με αποτέλεσμα να καταστραφούν τα πάντα στο πέρασμα τους.

Αντίθετα τώρα με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η οποία έχει προ πολλού κλείσει τον κύκλο ζωής της, στην άμεση δημοκρατία, όπου ο λαός ψηφίζει ο ίδιος τους νόμους που τον αφορούν, επιλέγοντας προσεκτικά αυτούς που θα τους εφαρμόσουν (κυβέρνηση), οι Πολίτες υποχρεώνονται να δράσουν αποτελεσματικά – οπότε σκέφτονται εκ των πραγμάτων υπεύθυνα και παραγωγικά.

Με τη λογική αυτή το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο η άμεση δημοκρατία απαιτεί ώριμους Πολίτες, ασφαλώς και δεν ισχύει – αφού, χωρίς την άμεση δημοκρατία, οι Πολίτες δεν «ωριμάζουν» ποτέ, όσον αφορά τις πολιτικές τους υπευθυνότητες και την ευρύτερη ενασχόληση τους με τα κοινά.

 

Analyst.gr