Γερμανικές εκλογές:

Αυτά που έχουν κριθεί, αυτά που

μένουν και το αποτύπωμα της

τελευταίας θητείας της Μέρκελ

Οι Γερμανικές Εκλογές έχουν θεωρητικά κριθεί στο μεγαλύτερο μέρος τους. Σχεδόν όλα τα ερωτήματα που αφορούν τη δύναμη και την κατάταξη των κομμάτων είναι ήδη απαντημένα, καθώς βαδίζουμε στα τελευταία εικοσιτετράωρα πριν ανοίξουν οι κάλπες. Κι όμως μένει ένα καθοριστικό ερώτημα, που παραπέμπεται στη Δευτέρα.

 

 

Ο χριστιανοδημοκρατικός συνασπισμός CDU/CSU της Άνγκελα Μέρκελ, θα εξασφαλίσει με χαρακτηριστική άνεση την πρώτη θέση και με συντριπτική διαφορά. Μια μικρή φθορά, σε σχέση με το 2013, θα υπάρξει, αλλά αυτή είναι απολύτως εξηγήσιμη, δεδομένου ότι η Μέρκελ κυβερνά τη Γερμανία, με διάφορους συμμάχους, αδιαλείπτως από το 2005. Το αρνητικό βέβαια, είναι ότι αποδέκτης αυτής της φθοράς είναι, για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση στη μεταπολεμική Γερμανία, η άκρα Δεξιά.

Το σοσιαλδημοκρατικό SPD, που ξεκίνησε αυτή την προεκλογική εκστρατεία με περισσή αισιοδοξία που πήγαζε από την παρουσία του Μάρτιν Σουλτς στο τιμόνι του, θα γνωρίσει μια ακόμα βαριά ήττα, την τέταρτη συνεχόμενη. Κατά πάσα πιθανότητα, θα δώσει μάχη για να μην πέσει κάτω από το χαμηλότερο ποσοστό της ιστορίας του (το 23% του 2009), χωρίς να είναι απολύτως βέβαιο ότι θα τα καταφέρει.

Το αριστερό Die Linke, ελπίζει ότι θα βρεθεί έστω και λίγο πάνω από το ποσοστό του 2013 (8,6%) και θα κρατήσει, έστω στο νήμα, την τρίτη θέση. Ωστόσο, οι φιλοδοξίες αυτές είναι μάλλον μίζερες, δεδομένης της κρίσης που μαστίζει τον κύριο αγωγό τροφοδότη αυτού του κόμματος (το SPD) και μάλιστα μετά από μια τετραετία κατά την οποία αυτό συγκυβερνούσε με τη Δεξιά.

Οι Πράσινοι, που δεν έχουν σχεδόν καμία σχέση με το ριζοσπαστικό παρελθόν τους (τουλάχιστον στη νότια Γερμανία, κάτι που έχει οδηγήσει το κόμμα σε διχασμό), θα παραμείνουν σχεδόν στα ποσοστά του 8%. Εντούτοις με έναν πιο περιορισμένο ρόλο στη γερμανική πολιτική, αφενός λόγω του πληθωρισμού μικρών κομμάτων που θα έχει η Γερμανική Βουλή (κομμάτων που ανέβηκαν όσο οι ίδιοι έμεναν στάσιμοι), αφετέρου λόγω του ότι μετά από 12 χρόνια εκτός ομοσπονδιακής κυβέρνησης έχουν πάψει να λογίζονται ως ένα κόμμα – κλειδί για τη γερμανική πολιτική.

Οι φιλελεύθεροι του FDP θα διορθώσουν το κάζο του 2013, επιστρέφοντας και με υψηλό ποσοστό στην Ομοσπονδιακή Βουλή. Ο κύριος στόχος τους ωστόσο ήταν και είναι να επιστρέψουν και σε κυβερνητικά πόστα, από τα οποία πλέον απουσιάζουν σχεδόν 20 χρόνια. Πάρα πολλά για ένα κόμμα που δημιουργήθηκε με σκοπό να διασφαλίζει την κυβερνητική σταθερότητα στη μεταπολεμική Γερμανία. Αυτή τη στιγμή τα νούμερα δεν είναι ευνοϊκά για κάτι τέτοιο. Το ενδεχόμενο το άθροισμα των ποσοστών του FDP και του CDU να ξεπερνά εκείνο όλων των υπολοίπων κομμάτων της Βουλής, είναι μικρό.

Τέλος, το ακροδεξιό AfD ετοιμάζεται να ζήσει τον θρίαμβο που δεν έζησε το 2013. Οι δημοσκοπήσεις το δείχνουν να παλεύει για την τρίτη θέση με κύριο αντίπαλο το Die Linke και πάντως να σπάει εύκολα το «ταμπού» της ακροδεξιάς εκπροσώπησης στην Ομοσπονδιακή Βουλή, κάτι το οποίο στη Γερμανία θεωρούνταν ντροπή για πολλές δεκαετίες, μετά την ενοχή του ναζισμού.

Δεξιά ηγεμονία

Πλάι σε αυτά, μπορούμε να ξεχωρίσουμε μερικά ακόμα δεδομένα αυτών των εκλογών. Το πρώτο, είναι ότι για πρώτη φορά μεταπολεμικά η Γερμανία θα δει έξι κόμματα να συνωστίζονται στο κοινοβούλιο της. Το δεύτερο, ότι η διαφορά ανάμεσα στην ευρύτερη Δεξιά και την ευρύτερη Αριστερά, θα φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Υπό προϋποθέσεις, δεν αποκλείεται να ξεπεράσει τις 15 μονάδες, ολοκληρώνοντας πλήρως την αντιστροφή του κλίματος που επικρατούσε κατά τα τελευταία χρόνια του 20ού αιώνα και την πρώτη δεκαετία του 21ου, και έφερνε την Αριστερά και την Κεντροαριστερά, παρ’ όλη τη μεταξύ της διχόνοια και τις διασπάσεις της, να κερδίζει την πλειοψηφία των Γερμανών. Τα τελευταία χρόνια όμως, η ανοδική πορεία των δεξιών κομμάτων είναι ξέφρενη: Το 2009 πήραν προβάδισμα σχεδόν 3 μονάδων έναντι των αριστερών και των κεντροαριστερών, για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια. Το 2013 διεύρυναν τη διαφορά αυτή στις 8,5 μονάδες. Σήμερα ετοιμάζονται να πανηγυρίσουν ένα αποτέλεσμα που η Γερμανία δεν έχει ξαναδεί τα τελευταία 60 χρόνια, από τότε που ο Αντενάουερ κυβερνούσε ως Κάιζερ το Δυτικό τμήμα της.

Είναι βέβαια εύλογο, σε μια χώρα η οποία λειτουργεί ως ο τσιφλικάς της Ευρώπης να ανεβαίνει η Δεξιά. Όχι μόνο γιατί οι περισσότεροι Γερμανοί θεωρούν ότι αυτή η πολιτική τους προστάτευσε από την κρίση, αλλά κυρίως γιατί αυτή είναι στην ουσία της μια δεξιά πολιτική την οποία συνήθισαν να θεωρούν ως λογική και αυτονόητη. Ωστόσο, υπάρχει και κάτι ακόμα: Φαίνεται ότι η επιλογή που έκανε το SPD να μην σχηματίσει κυβέρνηση με τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς το 2005, όταν αυτό ήταν εφικτό, αλλά να προτιμήσει να κολλήσει ως συμπληρωματικός εταίρος στο CDU, δημιούργησε μια συνθήκη ηγεμονίας της Δεξιάς η οποία δεν άλλαξε ποτέ.

Από τη χρονιά εκείνη και μετά, κάθε φορά που το SPD συγκυβερνά με το CDU βλέπει τα ποσοστά του να κατακρημνίζονται –αντίθετα, πέτυχε μια μικρή βελτίωση όταν προτίμησε να μείνει στην αντιπολίτευση. Αρκετοί προεξοφλούν ότι εάν από αυτές τις εκλογές προκύψει και πάλι μια κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» CDU-SPD αυτό θα αποτελέσει τη χαριστική βολή στην άλλοτε κραταιά γερμανική σοσιαλδημοκρατία. Δεν αποκλείεται να είναι έτσι. Την ίδια στιγμή όμως, το ενδεχόμενο αυτό αποτελεί τη μεγάλη ελπίδα της δυνητικής ευρωπαϊκής νέας «σοσιαλδημοκρατίας» -δηλαδή των ποικιλόμορφων μεταρρυθμιστικών δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τον Μακρόν ως τον Ρέντσι και από τον Τσίπρα έως τον Κόστα. Κι αυτό, γιατί μια Γερμανία που θα κυβερνάται από ένα συνασπισμό CDU-FDP θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να συναινέσει σε αλλαγές στη σημερινή αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Μια κυβέρνηση CDU-SPD, θα ήταν ενδεχομένως πιο δεκτική σε κάτι τέτοιο. Αν όχι για άλλους λόγους, επειδή αυτή φαίνεται να είναι η σκέψη της Άνγκελα Μέρκελ. Και αυτό φαίνεται να είναι το ύστατο, αλλά όχι ελάχιστο, διακύβευμα των εκλογών της Κυριακής.

Τι θέλει η Άνγκελα

Σε αυτήν που ενδέχεται να είναι η τελευταία της θητεία, η Γερμανίδα καγκελάριος φιλοδοξεί ίσως να αφήσει ένα αποτύπωμα πιο κοινωνικό, που θα καταγραφεί ως προσπάθεια άρσης του σημερινού ευρωπαϊκού αδιεξόδου. Σε αυτήν την φιλοδοξία δεν έχει σίγουρα σύμμαχο τον ακόμα πανίσχυρο υπουργό των Οικονομικών της και πιθανότατα δεν θα είχε τη σχετική βοήθεια ούτε από τους σκληρούς φιλελεύθερους του FDP. Το να πετύχει μια δεύτερη συνεχόμενη θητεία –και τρίτη συνολικά- με τους σοσιαλδημοκράτες ως κομπάρσους θα την εξυπηρετούσε σίγουρα πολύ περισσότερο. Επιπλέον, δεδομένου ότι η επιθυμία της αυτή είναι γνωστή, θα την καθιστούσε ακόμα πιο ισχυρή.

Σε τι κατάσταση θα βρισκόταν το SPD μετά από 8 χρόνια συγκυβέρνησης υπό τη Μέρκελ; Οι προγνώσεις μοιάζουν δυσοίωνες. Ωστόσο, ακόμα και εδώ μοιάζει να υπάρχει ένας ενδιαφέροντας συμβολισμός. Το πιο ιστορικό και παραδοσιακό μεταρρυθμιστικό κόμμα της Ευρώπης, θα μπορούσε να θυσιαστεί για να αναπνεύσουν αυτοί που φιλοδοξούν να κληρονομήσουν την μεταρρυθμιστική παράδοση της Ευρώπης. Αν μάλιστα κάνουν πιο σαφές και το τι θέλουν, όλα θα είναι καλύτερα.

Epikaira,gr