Το χρέος και η επανεκκίνηση

Στην 8ετία 2010-2017, τρία ευρωπαϊκά προγράμματα με τη συμμετοχή του ΔΝΤ και τη συναίνεση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, της σημερινής συμπεριλαμβανομένης, εφαρμόσθηκαν στη χώρα μας με υποθετικό στόχο τη διάσωση από τη χρεοκοπία, την εξασφάλιση των δανειστών και την εξυγίανσή της. Ωστόσο, ουδεμία πρόοδος έχει συντελεσθεί μέχρι σήμερα σε κανένα από τα αρχικά προβλήματα, τα οποία παραμένουν, οξύνονται, επιδεινώνονται. Το ελληνικό χρέος, αντί να μειώνεται, παραμένει σε ακαταμάχητη δυναμική ανόδου σε σχέση με το εθνικό εισόδημα, που ενέχεται στην εξυπηρέτησή του. Όσο η επιλογή της λιτότητος παραμένει, όσο οι υπερφορολογήσεις εντείνονται και τα εισοδήματα συνθλίβονται, η οικονομία δεν παύει να εξωθείται σε παρατεταμένη ύφεση, με αυτονόητη συνέπεια τη διαιωνιζόμενη αδυναμία της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι των δανειστών της. Με τα τρία προγράμματα και εξαιτίας αυτών, η ικανότητα της χώρας να εξυπηρετεί το χρέος της δεν βελτιώνεται, αλλά αντίθετα επιδεινώνεται. Εάν στην αρχή της 8ετίας το χρέος ήταν «μη εξυπηρετήσιμο», σήμερα αποβαίνει ακόμη λιγότερο. 
 
 
Το ΔΝΤ έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει, μέσω των διευθυντών μελετών του Ολιβιέ Μπλανσάρ και Μορίς Όμπστφελντ, ότι
 η «ελληνική συνταγή» ήταν εσφαλμένη. Ωστόσο συνεχίζει να παραμένει σε αυτήν και να την εφαρμόζει, υπό την αξίωση της ευρωπαϊκής πλευράς. Βασικό σφάλμα των τριών προγραμμάτων ήταν και παραμένει η απόλυτη προτεραιότητα στην εξασφάλιση των δανειστών, με αναπόφευκτο αντάλλαγμα την αποσταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας. Αντί να διασφαλίζουν την ικανότητα αποπληρωμής της χώρας μέσω στήριξης και αύξησης του εθνικού εισοδήματος της, επιδιώκουν μονόπλευρα και εμμονικά την εξασφάλιση των πληρωμών προς τους δανειστές, ακόμη και μέσω αφαίμαξης και αποδυνάμωσης της υπερχρεωμένης χώρας.

Το ανεπίτρεπτο σφάλμα της «ελληνικής συνταγής», που δεν διαπράχθηκε σε καμιά άλλη ομοιοπαθή και υπερχρεωμένη χώρα της ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρο), συνίσταται στο ότι δεν εδόθηκε προτεραιότητα στην άμεση σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας, ώστε να αυξάνονται οι διαθέσιμοι πόροι της και συνεπώς να διευκολύνεται η δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους. Το χρέος δεν είναι δυνατόν να εξυπηρετείται με συρρικνούμενο εθνικό εισόδημα,  ούτε είναι δυνατόν η εξυπηρέτηση του να βασίζεται στην απόσπαση προϋπάρχοντος εθνικού πλούτου και στη λεηλάτηση της χώρας.

Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι η χώρα βρίσκεται ήδη στην οδό της ανάκαμψης. Πόσο αξιόπιστη είναι αυτή η εκτίμηση, ενόσω οι εστίες πιθανής ενδυνάμωσης της οικονομίας καθηλώνονται σε συνθήκες ασφυξίας;

Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη διατήρησης της διεθνούς σταθερότητος προϋποθέτει την εξυπηρέτηση των χρεών με τη δημιουργία πρόσθετου νέου εισοδήματος της οφειλέτριας χώρας και όχι την καταβύθιση και παγίδευση της σε διαρκή και διευρυνόμενη ύφεση. Η κυβέρνηση της χώρας θα όφειλε να υπερασπισθεί τα αυτονόητα: να εξηγήσει σε εταίρους και δανειστές πως προϋπόθεση για ρεαλιστικά και εφικτά πρωτογενή πλεονάσματα είναι η οικονομία να αναπτύσσεται με ρυθμούς ανώτερους αυτών. Ότι οι δανειστές, αντί να εξωθούν τη χώρα σε ασφυξία, έχουν κάθε συμφέρον να τη στηρίζουν πραγματικά, ώστε να επανέλθει το συντομότερο σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, απαράκαμπτη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των ανάλογων πλεονασμάτων. Ότι σε κάθε περίπτωση, η εξυπηρετησιμοτητα του χρέους επιβάλλει ρυθμούς της οικονομίας ανώτερους των πλεονασμάτων, όχι κατώτερους, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα.    
 
 
Οι διαπραγματεύσεις της ελληνικής πλευράς με τους εταίρους παραμένουν επικεντρωμένες στο ζήτημα του χρέους και της εξασφάλισης των δανειστών, με συνέπεια
 να παρακάμπτεται το πρωταρχικό ζήτημα της επανεκκίνησης της οικονομίας. Ωστόσο, αφού έχει ήδη δοθεί  περίοδος χάριτος μέχρι το 2022  για την αποπληρωμή του κεφαλαίου του χρέους, έπεται ότι για την ερχόμενη 5ετία, 2017-2022, περισσότερο και από τη ρύθμιση του χρέους, πιο κατεπείγον είναι η επανεκκίνηση της οικονομίας στο παρόν. Οπωσδήποτε, η σκιά του χρέους στο βάθος του ορίζοντα επιδεινώνει το επιχειρηματικό κλίμα και απωθεί τις επενδύσεις. Ωστόσο, η κατάρρευση της εσωτερικής αγοράς στο παρόν τις απωθεί ακόμη περισσότερο.

Με τη διαιωνιζόμενη πολιτική λιτότητος εισοδημάτων, οι προβλέψεις για την ελληνική αγορά παραμένουν το λιγότερο απαισιόδοξες. Μπορεί κάποιες μονάδες να δημιουργούνται με εξαγωγικό στόχο, όμως ενόσω οι οικονομίες των εταίρων μας παραμένουν και αυτές σε συνθήκες λιτότητος, θα παραμένει δύσκολο για τη χώρα μας να ανακάμψει με εξωστρεφή προσανατολισμό. Αφού επί του παρόντος οι εξαγωγές δεν αντιπροσωπεύουν παρά ένα τέταρτο της παραγωγής και το κύριο μέρος της απορροφάται στην εσωτερική αγορά, η επιλογή της εξωστρέφειας θα προϋπέθετε εκ βάθρων αναδιοργάνωση της οικονομίας και μάλιστα σε περίοδο κατά την οποία το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο εμπόριο καταγράφουν έντονα πτωτική πορεία.

 
 
Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι η χώρα βρίσκεται ήδη στην οδό της ανάκαμψης. Πόσο αξιόπιστη είναι αυτή η εκτίμηση, ενόσω οι εστίες πιθανής ενδυνάμωσης της οικονομίας καθηλώνονται σε συνθήκες ασφυξίας;
 
 
Παράλληλα, διατυπωμένη επιδίωξη της κυβέρνησης, όπως άλλωστε και της προηγούμενης, παραμένει
 η έξοδος της χώρας στις αγορές, προκείμενου να αντλήσει την απαιτούμενη χρηματοδότηση από αυτές. Υποτίθεται ότι με αυτήν τελειώνει η περίοδος κηδεμονίας της χώρας από τους δανειστές της. Τρεις προϋποθέσεις έχουν ήδη τεθεί για αυτό: α) η επιτυχής αξιολόγηση για την καταβολή της δόσης των 7 δις από το πρόγραμμα του 2015, β) η ευνοϊκή ρύθμιση του εξωτερικού χρέους και γ) η ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Ωστόσο, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι όλες οι προϋποθέσεις εκπληρώνονται κατ' ευχήν και η χώρα εμφανίζεται στις αγορές, διαφαινόμενο πρόβλημα θα είναι ότι το κόστος δανεισμού είναι σε ασύγκριτα υψηλότερα επίπεδα από αυτό των προηγούμενων δανείων. Αναδυόμενες και ισχυρές οικονομίες, Βραζιλία και Ρωσία, χρεώνονται με δανειακό κόστος ανώτερο του 12%. Μπορεί για την Ελλάδα, το κόστος δανεισμού να είναι χαμηλότερο, λόγω του ευρώ, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν προβλέπεται χαμηλότερο από 3πλάσιο και 4πλάσιο αυτού για το οποίο η χώρα χρεώνεται μέχρι σήμερα. Πόσο υγιής και διατηρήσιμη θα είναι για τη χώρα η εξυπηρέτηση χρεών που έχουν συναφθεί με 2% και 1,5% με νέο χρήμα από τις αγορές με κόστος 4% και 5%;        
 
 
Ενόσω τα πιο πάνω σημεία δεν διευκρινίζονται αρμοδίως και με πειστικό τρόπο, η κοινωνία δεν θα βιώνει καμιά αισιοδοξία, αλλά καταλυτικό έλλειμμα ορατότητος, βαθιά ανησυχία, ακόμη και για το πιο άμεσο μέλλον. Περισσότερο ανησυχητικό  από την απουσία και αδυναμία απαντήσεων είναι ότι τα πιο πάνω θεμιτά ερωτηματικά δεν αντιμετωπίζονται, αλλά παρακάμπτονται και αγνοούνται, σαν να μην τίθενται καν.

Του Κώστα Βεργόπουλου